Του Παύλου Ηλ.Αγιαννίδη *

Αχ, η αβάσταχτη βαρύτητα του μη είναι (πλέον, στον κόσμο μας). Αχ, οι απώλειες ανθρώπων που μπορούσαν να φωτίζουν, υποδόρια κι όμως θαυμαστά, τη ζωή μας με τη σκέψη και το λόγο τους. Όπως ο Γιάννης Η.Χάρης.
Διανοούμενος. Όχι μόνον αυτό που διαβάζετε με την πρώτη ματιά. Ο Γιάννης ήταν διανοούμενος, διότι μπορούσε να διανοηθεί – πραγματικά – και το καλό και το κακό στους ανθρώπους και στο λόγο τους και στη γλώσσα τους, να τα “διαβάσει” και τα δύο, συμπονετικά, και να σε παρασύρει σε απίστευτα μονοπάτια λογοτεχνίας, γραφής και ανθρώπινης σκέψης.
Ξέρω, διαβάζετε ήδη ότι υπήρξε επί χρόνια μεταφραστής στα ελληνικά των γραπτών του Μίλαν Κούντερα. Δεν ξέρω, όμως, πόσοι θα σας θυμίσουν ότι ήταν εκείνος που, σε συνεργασία με τον συγγραφέα, τον τίτλο “Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι”, που είχαμε αποτυπώσει στη μνήμη – και από την ταινία του Κάουφμαν – κατάφερε να τον μεταπλάσει στα ελληνικά σε “Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης”.
Να, την ίδια ύπαρξη που μπορούσε να διανοηθεί στον άνθρωπο, να την ψηλαφίζει, να την κοιτάζει από απόσταση, να την θωπεύει με συμπόνοια, την έκανε και τίτλο, απογειώνοντας την πολυεπίπεδη φύση του θρυλικού βιβλίου του Μίλαν Κούντερα, που είχε – φεύ – καταστεί κινηματογραφικά μονοεπίπεδη στη μνήμη μας.
Αυτός ήταν ο Γιάννης. Και όταν μετέφραζε, αναδομούσε συνθήκες, σημαίνοντα και σημαινόμενα όσο να βγάλει το… ζουμί τους. Και όταν επιμελούνταν εκδόσεις, όπως των πεζών του Οδυσσέα Ελύτη, κάτι αντίστοιχο έκανε. Μάζευε το μέλι από τα άνθη και τα ανθολογούσε όσο να μας φτάσει η γλύκα στα χείλη.
Οι επιφυλλίδες του στα ιστορικά “ΝΕΑ”, από το 1999 έως το 2011, μάς έφεραν κοντά. Και τού χρωστάω, να τού ομολογήσω έστω και τώρα που έφυγε (κι ας τού το είχα πει έξω έξω σε κάποιους διαδικτυακούς διαλόγους μας) ότι μού είχε διδάξει ένα πράγμα: πως η διαφωνία σού μαθαίνει πολλά περισσότερα από τη συμφωνία.
Ότι ο διαξιφισμός είναι, κυρίως, εκείνος που κρίνει και αποκαλύπτει, εντέλει, την αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης. Ή του είναι. Ή της ζωής. Τις ίδιες τεράστιες έννοιες που δανείστηκε από το βιβλίο του Κούντερα για να τούς δώσει εύρος. Και να μιλήσει μέσα από τον Κούντερα και για τον ίδιο το Γιάννη.
Ο άνθρωπος που στις πρόσφατες πυρκαγιές του Λος Άντζελες έβρισκε να θρηνήσει και τις 100.000 παρτιτούρες του μεγάλου συνθέτη του δωδεκάφθογγου Άρνολντ Σένμπεργκ, που κατάπιαν οι φλόγες. Μια “λεπτομέρεια”, που όμως κάνει τον πολιτισμό μας φτωχότερο…
Εκείνος που ήξερε, και μάς το επαναλάμβανε, ότι ο λόγος για τη Γλώσσα είναι λόγος για την Κοινωνία. Και μιλούσε για την “Εξέλιξη της Γλώσσας μέσα από τα λάθη”. Σαν ζωντανός οργανισμός. Και σαν την Κοινωνία μας.
Καταφέρνοντας, με τούτα και με εκείνα, ο Γιάννης, να κάνει τελικά λιγότερο αβάσταχτη την ελαφρότητα της ύπαρξης μας. Κυνηγώντας μας, με τη φόρα παιδιού, στα λογοτεχνικά μονοπάτια που ο ίδιος χαρτογραφούσε για μας…
* Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος



