Του Χρήστου Κουτσονάσσιου *

Η απαγωγή και σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές δυνάμεις στο Καράκας τον Ιανουάριο 2026 δεν είναι απλώς ένα δραματικό γεγονός, αλλά και μια οριακή στιγμή για το διεθνές δίκαιο, θέτοντας υπό αμφισβήτηση θεμελιώδεις αρχές όπως η κρατική κυριαρχία και η ασυλία του αρχηγού κράτους. Η μεταφορά του για να δικαστεί σε αμερικανικό έδαφος με κατηγορίες για ναρκω-τρομοκρατία εγκαινιάζει μια νέα εποχή, όπου η δικαστική εξουσία μιας υπερδύναμης επεκτείνεται πλανητικά.
Γράφοντας αυτό το κείμενο, δεν μπορώ παρά να θυμηθώ τα λόγια του Jacques Vergès, του θρυλικού «δικηγόρου του Διαβόλου»: «Κάθε δίκη υποκρύπτει μια πολιτική σύγκρουση και η δικαιοσύνη είναι σταθερά πάνοπλη για να υπερασπίσει την καθεστηκυία τάξη» (Jacques Vergès, “Η Στρατηγική της Δίκης”, εκδόσεις Πλέθρον 2003). Και τούτη η δίκη, που εκτυλίσσεται στο Μανχάταν, είναι ίσως το τελειότερο παράδειγμα αυτής της αλήθειας στον 21ο αιώνα.
Η διάκριση του Vergès μεταξύ της δίκης συναίνεσης και της δίκης ρήξης είναι θεμελιώδης, διότι αποκαλύπτει την αόρατη πολιτική αρχιτεκτονική που στηρίζει κάθε δικαστική διαδικασία. Οι δύο αυτές προσεγγίσεις δεν είναι απλώς νομικές τακτικές, αλλά δύο διαφορετικοί τρόποι ύπαρξης μέσα στη δικαστική αίθουσα.
Η «δίκη συναίνεσης» είναι η τυπική, η «κανονική» δίκη. Σε αυτή την περίπτωση, ο κατηγορούμενος και οι δικαστές, παρά τις διαφορές τους, ανήκουν στον «ίδιο κόσμο». Αποδέχονται τους ίδιους κοινωνικούς κανόνες, τις ίδιες ηθικές αξίες και, κυρίως, την ίδια νομιμότητα του δικαστικού συστήματος. Ο σκοπός της υπεράσπισης εδώ είναι να λειτουργήσει εντός των κανόνων του παιχνιδιού: να αμφισβητήσει τα στοιχεία, να επικαλεστεί ελαφρυντικά και να επιτύχει είτε την αθώωση είτε τη μικρότερη δυνατή ποινή.
Στον αντίποδα βρίσκεται η «δίκη ρήξης». Αυτή η στρατηγική δεν στοχεύει στη νίκη εντός του συστήματος, αλλά στην ίδια την απονομιμοποίηση του συστήματος. Τα βασικά της χαρακτηριστικά είναι:
-Εφαρμόζεται όταν ο κατηγορούμενος και το δικαστήριο προέρχονται από δύο ασυμβίβαστους, εχθρικούς κόσμους. Ο διάλογος είναι αδύνατος γιατί δεν υπάρχει κοινό ηθικό ή πολιτικό έδαφος.
-Ο κατηγορούμενος δεν ισχυρίζεται «είμαι αθώος», αλλά «εσείς είστε αναρμόδιοι να με κρίνετε». Αρνείται στο δικαστήριο το δικαίωμα να τον δικάσει, θεωρώντας το όργανο μιας εχθρικής εξουσίας.
-Ο κατηγορούμενος μετατρέπεται σε κατήγορο. Αντί να απολογείται, επιτίθεται, εκθέτοντας τα εγκλήματα, τις αντιφάσεις και την υποκρισία του κράτους που τον έχει φέρει στο εδώλιο.
-Η υπεράσπιση δεν μιλάει στους δικαστές, τους οποίους θεωρεί προκατειλημμένους. Χρησιμοποιεί το δικαστήριο ως «ηχείο» για να μεταδώσει ένα πολιτικό μήνυμα στην κοινή γνώμη, στη διεθνή κοινότητα ή, όπως έλεγε ο ίδιος ο Vergès, στο «δικαστήριο της Ιστορίας.
Η επιχείρηση «Absolute Resolve» δεν είναι μόνο στρατιωτική και αστυνομική ενέργεια. Είναι πολιτική πράξη, επιβεβαίωση ηγεμονίας, απάντηση στην κινεζική επέκταση στη Λατινική Αμερική. Γι’ αυτό και το άρθρο 2(4) του Χάρτη του ΟΗΕ —που απαγορεύει τη χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας— ηχεί σήμερα σαν ένας νεκρός θεσμός σε έναν κόσμο όπου ισχύει το δίκαιο του ισχυρότερου.

Η σύγκρουση εδώ δεν είναι μεταξύ ενός πολίτη και της Πολιτείας, αλλά μεταξύ δύο οντοτήτων που εκπροσωπούν δύο ασυμβίβαστους κόσμους. Από τη μία πλευρά, ο Νικολάς Μαδούρο, ο οποίος, παρά την αμφισβήτησή του, παρουσιάζεται ως ο ηγέτης ενός κυρίαρχου κράτους. Από την άλλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η παγκόσμια υπερδύναμη που τον συνέλαβε με στρατιωτική βία στο έδαφος της χώρας του, σε μια πράξη που παραβιάζει κατάφωρα το διεθνές δίκαιο και, συγκεκριμένα, το άρθρο 2(4) του Χάρτη του ΟΗΕ, το οποίο απαγορεύει τη χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους.
Ο ίδιος ο Μαδούρο, από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση στο δικαστήριο του Μανχάταν, έθεσε τα θεμέλια για μια στρατηγική ρήξης. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, ισχυρίστηκε ότι υπήρξε θύμα παράνομης απαγωγής. Αυτή η δήλωση δεν είναι μια απλή άρνηση της ενοχής, αλλά μια θεμελιώδης αμφισβήτηση της ίδιας της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να τον δικάσει. Είναι το κλασικό πρώτο βήμα μιας δίκης ρήξης: «Δεν είμαι κατηγορούμενος, είμαι αιχμάλωτος πολέμου».
Αν η υπεράσπιση του Μαδούρο ακολουθούσε τη στρατηγική του Vergès, θα μετέτρεπε τον κατηγορούμενο σε κατήγορο. Οι ΗΠΑ θα καθόντουσαν στο εδώλιο για τις επεμβάσεις τους στη Χιλή, τον Παναμά, τη Γρενάδα. Η υπόθεση θα γινόταν ιστορικό δικαστήριο για την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Αλλά εδώ αποκαλύπτεται και το όριο της ρήξης: το αμερικανικό δίκαιο είναι άκαμπτο. Το δόγμα Ker-Frisbie ορίζει ότι δεν έχει σημασία πώς έφτασε ο κατηγορούμενος στην αίθουσα. Έχει σημασία ότι είναι εκεί. Και οι κατηγορίες για ναρκω-τρομοκρατία, παρότι πολιτικά χρωματισμένες, παρουσιάζονται ως κοινά εγκλήματα, στερώντας από την υπεράσπιση το ηθικό πλεονέκτημα.
Τελικά, ανεξάρτητα από την τακτική που θα επιλέξει η υπεράσπιση, η ίδια η δίκη είναι ήδη μια ρήξη σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν είναι απλώς η δίκη ενός ανθρώπου, αλλά η συμβολική σύγκρουση δύο θεμελιωδών αρχών: της κρατικής κυριαρχίας από τη μία, και της πλανητικής ηγεμονίας από την άλλη. Είναι η σύγκρουση μεταξύ του διεθνούς δικαίου, όπως αυτό αποτυπώνεται στον Χάρτη του ΟΗΕ, και του δικαίου του ισχυροτέρου, που επιβάλλεται με στρατιωτική ισχύ.
Σε αυτή τη σύγκρουση, η ετυμηγορία που θα εκφωνηθεί στην αίθουσα του Μανχάταν μπορεί να είναι το λιγότερο σημαντικό αποτέλεσμα. Η ετυμηγορία στο «δικαστήριο της Ιστορίας», το ακροατήριο που πάντα προτιμούσε ο Vergès, ίσως αποδειχθεί τελικά πολύ πιο καθοριστική.
* Ο Χρήστος Κουτσονάσσιος είναι Δικηγόρος
Πηγή: Social media



