Η στρατηγική ήττα του Νετανιάχου

Για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια ο Μπενιαμίν Νετανιάχου καλλιέργησε προσεκτικά μια εικόνα σχεδόν μοναδική για ξένο ηγέτη στην αμερικανική πολιτική σκηνή. Εμφανιζόταν όχι απλώς ως ο στενότερος σύμμαχος των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, αλλά ως ένας πολιτικός με εξαιρετική επιρροή στην ίδια την Ουάσιγκτον.

Από τη δημόσια σύγκρουσή του με τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα για τη συμφωνία με το Ιράν το 2015 μέχρι τη στενή σχέση του με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο Ισραηλινός ηγέτης έδινε την εντύπωση ότι μπορούσε συχνά να διαμορφώνει τις αμερικανικές επιλογές αντί απλώς να προσαρμόζεται σε αυτές.

Ο πόλεμος με το Ιράν ενδέχεται  να κατέστρεψε οριστικά αυτή την εικόνα. Από τη Haaretz μέχρι τη Jerusalem Post, από αναλυτές του ισραηλινού πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου μέχρι επικριτές της σημερινής κυβέρνησης, διαμορφώνεται πλέον μια αξιοσημείωτη συναίνεση. Το βασικό συμπέρασμα δεν είναι μόνο ότι ο πόλεμος δεν πέτυχε τους στόχους του Νετανιάχου. Είναι ότι αποκάλυψε πόσο περιορισμένη είναι στην πραγματικότητα η δυνατότητα του να επηρεάζει τις αποφάσεις του σημαντικότερου συμμάχου του.

Η συμφωνία που αναμένεται να υπογραφεί την Παρασκευή αποτελεί ίσως την πιο καθαρή απόδειξη. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επένδυσε πολιτικά στην ιδέα μιας ιστορικής αναμέτρησης που θα άλλαζε μόνιμα τον συσχετισμό δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Ο Τραμπ, αντίθετα, φαίνεται να αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως ένα μέτωπο που πρέπει να κλείσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα μέσα από μια συμφωνία που θα μπορεί να παρουσιάσει ως προσωπική διπλωματική του επιτυχία. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις δεν ήταν απλώς τακτική. Ηταν στρατηγική.

Η επιρροή και τα όριά της

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που υπογραμμίζει το άρθρο του Γκίντεον Λέβι στη Haaretz με τίτλο «Τραμπ και Νετανιάχου οδεύουν προς μια ρήξη που θα μπορούσε να κλονίσει τις αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις». Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, η διαφωνία ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ δεν αφορά δευτερεύουσες λεπτομέρειες. Αγγίζει τον ίδιο τον σκοπό του πολέμου και το πώς αυτός πρέπει να τελειώσει.

Ο αναλυτής Γιαακόβ Κατς, πρώην αρχισυντάκτης της Jerusalem Post, διατυπώνει ίσως την πιο σκληρή εκδοχή αυτής της κριτικής. Κατά την άποψή του, ο Νετανιάχου υπέπεσε σε ένα θεμελιώδες στρατηγικό λάθος. Πίστεψε ότι η προσωπική του σχέση με τον Τραμπ αποτελούσε πολιτικό κεφάλαιο που μπορούσε να αξιοποιεί κατά βούληση. «Το στρατηγικό λάθος του Νετανιάχου ήταν ότι δεν κατάλαβε πως όπως ο Τραμπ μπορεί να είναι μαζί σου, μπορεί και να στραφεί εναντίον σου», σημειώνει.

Οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων μοιάζουν να επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν περιορίστηκε στο να αγνοήσει τις ισραηλινές αντιρρήσεις για τη συμφωνία. Επιτέθηκε δημόσια στον Νετανιάχου, χαρακτηρίζοντάς τον «τρελό», «αχάριστο», άνθρωπο που «δεν διαθέτει κρίση» και αργότερα «δύσκολο». Για έναν Ισραηλινό πρωθυπουργό που είχε επενδύσει τόσο πολύ στη σχέση με τον Τραμπ, η εικόνα αυτή θα ήταν αδιανόητη πριν από λίγους μήνες.

Η κρίση κορυφώθηκε όταν το Ισραήλ πραγματοποίησε πλήγμα στα περίχωρα της Βηρυτού την ώρα που η Ουάσιγκτον προσπαθούσε να ολοκληρώσει τη συμφωνία με το Ιράν. Σύμφωνα με ισραηλινές διαρροές, οι ΗΠΑ ενημερώθηκαν μόλις λίγα λεπτά πριν από την επιχείρηση. Το επεισόδιο ανέδειξε όχι μόνο την έλλειψη συντονισμού αλλά και μια βαθύτερη πραγματικότητα: η κυβέρνηση Τραμπ δεν θεωρεί πλέον δεδομένο ότι οι ισραηλινές προτεραιότητες πρέπει να καθορίζουν την αμερικανική πολιτική.

Ο Νετανιάχου εκτός διαπραγμάτευσης

Στη Haaretz, ο αναλυτής Άμος Χαρέλ εστιάζει ακριβώς σε αυτή τη μεταβολή. Κατά την εκτίμησή του, ο Νετανιάχου βρίσκεται σήμερα στη δυσάρεστη θέση να παρακολουθεί τη διαμόρφωση μιας συμφωνίας την οποία δεν διαπραγματεύτηκε, δεν επηρέασε ουσιαστικά και δύσκολα μπορεί να υπερασπιστεί πολιτικά στο εσωτερικό του Ισραήλ. Για έναν ηγέτη που επί χρόνια παρουσιαζόταν ως ο κατεξοχήν διαχειριστής της ιρανικής απειλής, πρόκειται για εντυπωσιακή ανατροπή.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η παρατήρηση του δημοσιογράφου Μπεν Κάσπιτ, ενός από τους σημαντικότερους βιογράφους του Νετανιάχου. Ο Κάσπιτ σημειώνει ότι πολλοί Ισραηλινοί έχουν αρχίσει να συγκρίνουν τη σημερινή κατάσταση με τη συμφωνία του 2015 που ο Νετανιάχου κατήγγελλε επί χρόνια ως ιστορικό λάθος. Ο άνθρωπος που έχτισε μεγάλο μέρος της πολιτικής του καριέρας πάνω στην αντίθεσή του σε εκείνη τη συμφωνία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με μια νέα συμφωνία την οποία αδυνατεί να αποτρέψει.

Η στιγμή της απόκλισης

Η πιο ενδιαφέρουσα ανάγνωση προέρχεται ίσως από τον Λέβι. Σε αντίθεση με τους αναλυτές που επικεντρώνονται στο περιεχόμενο της συμφωνίας ή στις στρατηγικές της συνέπειες, εκείνος βλέπει πίσω από την κρίση ένα βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα. Όπως σχολιάζει, ο Νετανιάχου έχει ταυτίσει εδώ και χρόνια την πολιτική του επιβίωση με τη διαρκή κλιμάκωση. Από τη Γάζα στον Λίβανο και από τον Λίβανο στο Ιράν, κάθε νέα σύγκρουση παρουσιαζόταν ως αναγκαία και αναπόφευκτη.

Από αυτή την οπτική, η σημερινή σύγκρουση με τον Τραμπ δεν είναι ούτε ατύχημα ούτε αποτέλεσμα κάποιου λανθασμένου χειρισμού. Είναι η στιγμή που συγκρούστηκαν δύο διαφορετικές λογικές. Από τη μία ένας Ισραηλινός πρωθυπουργός που είχε επενδύσει πολιτικά στη συνέχιση της αναμέτρησης. Από την άλλη ένας Αμερικανός πρόεδρος που αποφάσισε ότι η συνέχιση της σύγκρουσης εξυπηρετεί πλέον λιγότερο τα αμερικανικά συμφέροντα από μια συμφωνία με την Τεχεράνη.

Αυτό είναι και το στοιχείο που φαίνεται να ενώνει αναλυτές με πολύ διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες. Ο πόλεμος δεν αποκάλυψε απλώς τα όρια της ισραηλινής στρατιωτικής ισχύος ή τις δυσκολίες μιας αναμέτρησης με το Ιράν.  Αποκάλυψε τα όρια της ισραηλινής επιρροής στην Ουάσιγκτον.

Για χρόνια ο Νετανιάχου παρουσίαζε τον εαυτό του ως τον ηγέτη που μπορούσε να καθοδηγήσει τις αμερικανικές αποφάσεις στη Μέση Ανατολή. Σήμερα, ακόμη και πολλοί Ισραηλινοί αναλυτές περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα: όταν τα αμερικανικά συμφέροντα άρχισαν να αποκλίνουν από τις επιδιώξεις του Ισραήλ, ο Τραμπ δεν δίστασε να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο.

Αν η γενοκτονία στη Γάζα έδειξε μέχρι πού μπορούσε να φτάσει η επιρροή του Νετανιάχου στην Ουάσιγκτον, ο πόλεμος στο Ιράν έδειξε πού σταματά. Και αυτό ίσως αποδειχθεί μελλοντικά σημαντικότερο από οποιαδήποτε στρατιωτική ή διπλωματική εξέλιξη της ίδιας της σύγκρουσης.

Πραγματική ενημέρωση στο
mailbox σας. Χωρίς λογοκρισία.

Σχετικά Άρθρα

Αρμενία: Μεγάλος «πονοκέφαλος» για τη Μόσχα στον Καύκασο

Με τον Πασινιάν, η πολιτική του Ερεβάν σημείωσε εντυπωσιακή στροφή. Ποτέ στο παρελθόν δεν υπήρξε τέτοια όξυνση στις σχέσεις της Ρωσίας με την Αρμενία

Δοκιμασία για Τραμπ: Οι Χούθι κτύπησαν την κατάλληλη στιγμή

Με το Ιράν να έχει αποκλείσει το Ορμούζ και τους Χούθι την πύλη προς την Ερυθρά Θάλασσα., οι μοναρχίες του Κόλπου είναι αντιμέτωπες με ναυτικό αποκλεισμό

Το Ισραήλ θέλει ανάσχεση της Τουρκίας αλλά χωρίς πόλεμο

Για το Ισραήλ το ερώτημα δεν είναι εάν η Τουρκία εξελίσσεται σε πρόβλημα, αλλά μέχρι πού πρέπει να φθάσει η ανάσχεσή της, χωρίς να δημιουργηθεί ένας νέος εχθρός σαν το Ιράν

Πόλεμος στην Ουκρανία: Ποιός θα γράψει το κείμενο που δεν γράφτηκε

Γιατί η Ευρώπη δεν έχει καταθέσει ποτέ σχέδιο για το πώς τελειώνει ο πόλεμος στην Ουκρανία, ποιος βολεύεται από αυτό, και ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό;

Η Κίνα χτίζει έναν κόσμο όπου η Αμερική δεν αποτελεί μονόδρομο

Η Κίνα ενισχύει τον ρόλο της σε έναν πολυπολικό κόσμο, προσφέροντας σε Ρωσία, Ιράν και άλλες χώρες εναλλακτικές απέναντι στην αμερικανική πίεση.