Η μάχη για την εξουσία στο Ισραήλ μεταφέρθηκε πολύ γρήγορα από τις κάλπες στις καταγγελίες περί νοθείας, στις απειλές συλλήψεων και στις παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έχασε την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία, αλλά διατήρησε το Λικούντ στην πρώτη θέση και παραμένει πρωθυπουργός. Ο βασικός αντίπαλός του, Γκάντι Άιζενκοτ, διαθέτει θεωρητικά τους αριθμούς για να τον ανατρέψει, αλλά αδυνατεί να συγκροτήσει μια πολιτικά αποδεκτή συμμαχία. Και οι Άραβες πολίτες του Ισραήλ, που κινητοποιήθηκαν μαζικά στις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο μιας εκστρατείας αμφισβήτησης της ψήφου τους.
Η τελευταία εξέλιξη είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Ο ακροδεξιός υπουργός Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ ζήτησε την Πέμπτη τις συλλήψεις ηγετών αραβικών κομμάτων, επικαλούμενος καταγγελίες για ξένη χρηματοδότηση. Είχε προηγηθεί η απόφαση του προέδρου της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής, δικαστή Νόαμ Σόλμπεργκ, να ζητήσει από την υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας Σιν Μπετ έρευνα για πιθανή παρέμβαση ξένων παραγόντων και εξαγορά ψήφων.
Ο Σόλμπεργκ ξεκαθάρισε ότι δεν μπορεί να επιβεβαιώσει τις καταγγελίες. Παράλληλα, η αστυνομία δεν βρήκε στοιχεία που να στηρίζουν τους γενικευμένους ισχυρισμούς του Λικούντ περί «κλεμμένων εκλογών». Ωστόσο, το κόμμα του Νετανιάχου συνδέει πλέον τις υποψίες με το Κατάρ και την Τουρκία, χωρίς να έχει παρουσιάσει δημόσια αποδείξεις. Ο Άιζενκοτ ζήτησε πλήρη διερεύνηση, προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι οι καταγγελίες δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως πρόσχημα για την καθυστέρηση της ορκωμοσίας της νέας Βουλής.
Η πλειοψηφία που δεν γίνεται κυβέρνηση
Με την καταμέτρηση να έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, ο συνασπισμός του Νετανιάχου συγκεντρώνει 53 από τις 120 έδρες, έναντι 64 που είχε εξασφαλίσει στις εκλογές του 2022. Η αντιπολίτευση διαθέτει 48 έδρες και τα δύο αραβικά ψηφοδέλτια άλλες 19. Για τον σχηματισμό κυβέρνησης απαιτούνται 61.
Η αριθμητική είναι απλή. Η αντιπολίτευση και τα αραβικά κόμματα συγκεντρώνουν μαζί 67 έδρες. Η πολιτική πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη. Ο Ναφτάλι Μπένετ και ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν απορρίπτουν τη συνεργασία με τα αραβικά κόμματα. Ο Άιζενκοτ έχει επίσης αποκλείσει την ένταξή τους σε κυβέρνηση, ενώ μόνο οι Δημοκρατικοί του Γιαΐρ Γκολάν υποστηρίζουν ανοιχτά τη συνεργασία μαζί τους.
Η άρνηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά την εκλογική άνοδο της Κοινής Λίστας και του Ραάμ, που εξασφαλίζουν συνολικά 19 έδρες. Η αραβική συμμετοχή αυξήθηκε αισθητά, έπειτα από χρόνια διακρίσεων, καταστολής και οργής για τον πόλεμο στη Γάζα.
Οι δύο σχηματισμοί έχουν διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες. Το Ραάμ του Μανσούρ Αμπάς έχει επιλέξει κατά καιρούς τη διαπραγμάτευση με κυβερνητικά κόμματα. Η Κοινή Λίστα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το Χαντάς, το αριστερό εβραιοαραβικό μέτωπο που συνδέει την αντίθεση στην κατοχή με την κοινωνική δικαιοσύνη και τα εργατικά δικαιώματα.
Και οι δύο πλευρές έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο στήριξης μιας κυβέρνησης που θα απομακρύνει τον Νετανιάχου. Η δυνατότητα αυτή προσκρούει στις επιλογές της εβραϊκής αντιπολίτευσης.
Τέσσερις δύσκολοι δρόμοι

Το πρώτο σενάριο είναι ο σχηματισμός κυβέρνησης μειοψηφίας υπό τον Άιζενκοτ, με κοινοβουλευτική στήριξη των αραβικών κομμάτων χωρίς τη συμμετοχή τους στο υπουργικό συμβούλιο. Θα μπορούσε να εξασφαλίσει την αναγκαία πλειοψηφία, εφόσον συμφωνούσαν όλα τα κόμματα που αντιπολιτεύονται τον Νετανιάχου. Προς το παρόν, όμως, οι αρνήσεις του Μπένετ και του Λίμπερμαν αποτελούν ουσιαστικό εμπόδιο.
Το δεύτερο σενάριο είναι μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, με συμμετοχή του Λικούντ και κομμάτων της σημερινής αντιπολίτευσης. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Reuters, μια συμμαχία Νετανιάχου, Άιζενκοτ, Μπένετ και Λίμπερμαν θα διέθετε 66 έδρες.
Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να περιορίσει την εξάρτηση του Νετανιάχου από τους ακροδεξιούς και υπερορθόδοξους συμμάχους του. Για τον Άιζενκοτ, όμως, η συμμετοχή σε κυβέρνηση υπό τον άνθρωπο που υποσχέθηκε να απομακρύνει θα συνιστούσε βαρύτατη πολιτική υποχώρηση.
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι ο Νετανιάχου να επιχειρήσει να αποσπάσει βουλευτές ή ολόκληρες ομάδες από την αντιπολίτευση, εξασφαλίζοντας μια νέα δεξιά πλειοψηφία. Η πολυδιάσπαση των αντιπάλων του προσφέρει πεδίο διαπραγματεύσεων, αν και η απόσταση των οκτώ εδρών από το όριο των 61 παραμένει σημαντική.
Τέταρτη επιλογή είναι η προσφυγή σε νέες εκλογές. Ο πρόεδρος Ισαάκ Χέρτσογκ έχει ήδη ζητήσει να αποφευχθεί αυτό το ενδεχόμενο. Αν οι διαδοχικές προσπάθειες σχηματισμού κυβέρνησης αποτύχουν, όμως, η χώρα μπορεί να οδηγηθεί ξανά στις κάλπες, πιθανότατα στις αρχές του 2027.
Στο μεταξύ, ο Νετανιάχου παραμένει επικεφαλής υπηρεσιακής κυβέρνησης. Το προηγούμενο της περιόδου 2019–2020, όταν χρειάστηκαν τρεις εκλογικές αναμετρήσεις και 404 ημέρες για να σχηματιστεί κυβέρνηση, δείχνει πόσο μπορεί να παραταθεί ένα τέτοιο αδιέξοδο.
Ο Τραμπ και η ιρανική παράμετρος
Πάνω από τις κυβερνητικές διαπραγματεύσεις βρίσκεται και η σκιά του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποστηρίξει ανοιχτά τον Νετανιάχου. Τώρα χρειάζεται πολιτική σταθερότητα στον στενότερο σύμμαχό του στη Μέση Ανατολή, καθώς εξετάζει τις επόμενες κινήσεις απέναντι στο Ιράν.
Ο Νετανιάχου αφιέρωσε σημαντικό μέρος της πρώτης μετεκλογικής του ομιλίας στην «ιστορική ευκαιρία» ΗΠΑ και Ισραήλ να εξαλείψουν οριστικά αυτό που χαρακτήρισε ιρανική απειλή. Μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να ενισχύσει τις πιέσεις για κυβέρνηση εθνικής ενότητας.
Θα παρέμβει ο Τραμπ προς αυτή την κατεύθυνση; Ερωτηθείς σχετικά, απάντησε ότι δεν το είχε εξετάσει, αλλά «θα το κοιτάξει». Η δήλωση αφήνει ανοιχτό ένα ενδεχόμενο με σοβαρές συνέπειες για τις ισραηλινές διαπραγματεύσεις. Ο Άιζενκοτ έχει ήδη προειδοποιήσει τη στρατιωτική ηγεσία να μην επιτρέψει την εργαλειοποίηση αποφάσεων ασφαλείας για πολιτικούς σκοπούς. Ωστόσο, ως πρώην αρχηγός του στρατού, δεν εκπροσωπεί μια ριζική ρήξη με την ισραηλινή στρατηγική απέναντι στο Ιράν ή στους Παλαιστινίους.
Ο Νετανιάχου έχασε την πλειοψηφία του, αλλά οι αντίπαλοί του αρνούνται να αξιοποιήσουν τη δική τους όσο αυτή εξαρτάται από την αραβική ψήφο. Και όσο αυτή η άρνηση παραμένει, ο απερχόμενος πρωθυπουργός μπορεί να συνεχίσει να κυβερνά, να διαπραγματεύεται και να αναζητά τη συμφωνία που θα του επιτρέψει να επιβιώσει πολιτικά. Για μία ακόμη φορά.



