Οι αριθμοί ευημερούν, τα καμμένα εκδικούνται. Για τη φετεινή αντιπυρική περίοδο που άρχισε με καθυχαστικές δηλώσεις της κυβέρνησης, δια στόματος πρωθυπουργού και αρμόδιου υπουργού Γιάννη Κεφαλογιάννη ότι το κράτος είναι “επανδρωμένο” με όλα τα αναγκαία μέσα για φέτος το Καλοκαίρι, εκφράζουν την έντονη ανησυχία τους τρεις Οργανισμοί. Η WWF Ελλάς, η FLAME του Eθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και το Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων (ΙΜΔΟ), με κοινή ανακοίνωσή τους κρούουν για μια ακόμη φορά τον κώδωνα του κινδύνου σημειώνοντας ότι “διαχείριση των δασικών πυρκαγιών δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε αριθμούς — στους διαθέσιμους πόρους στην αρχή και στα καμένα στρέμματα στο τέλος”.
Για την αποτελεσματική διαχείριση των δασικών πυρκαγιών χρειάζονται ορθολογικές αποφάσεις, όχι απλή παράθεση αριθμών
Για άλλη μια χρονιά, η αντιπυρική περίοδος του 2025 ξεκινά με την καθιερωμένη απογραφή: πόσα εναέρια και επίγεια πυροσβεστικά μέσα διαθέτουμε, πόσα drones επιτηρούν, πόσο είναι το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό. Όμως η διαχείριση των δασικών πυρκαγιών δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε αριθμούς — στους διαθέσιμους πόρους στην αρχή και στα καμένα στρέμματα στο τέλος.
Αυτό που χρειάζεται επειγόντως είναι η ουσιαστική συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων για την παραγωγή και αξιοποίηση γνώσης με σκοπό την υποστήριξη του επιχειρησιακού έργου της Πολιτικής Προστασίας. Συνεργασία που θα μελετά δεδομένα, θα σχεδιάζει μακροπρόθεσμες στρατηγικές, θα προσαρμόζεται στις εξελισσόμενες προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής και θα επενδύει στην ουσιαστική ενημέρωση των πολιτών.

Οι περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις των δασικών πυρκαγιών στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον φαίνεται να αυξάνονται τα τελευταία έτη. Οι καταστροφές στον Έβρο (2023), στη Βόρεια Εύβοια (2021) και στην Αττική τα τελευταία 5 χρόνια, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η ένταση και η έκτασή τους ξεπερνούν τις δυνατότητες ενός μηχανισμού που στηρίζεται αποκλειστικά σε «νέα» επιχειρησιακά δόγματα ή αποσπασματικές λύσεις.
Όπως επισημαίνουν πολλές αναλύσεις του WWF Ελλάς, του ΙΜΔΟ και της Πυρομετεωρολογικής Ομάδας FLAME (ΙΕΠΒΑ/ΕΑΑ), αλλά και η πρόσφατη Έκθεση Αξιολόγησης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας, η αξιοποίηση επιστημονικών δεδομένων στον στρατηγικό σχεδιασμό αλλά και επιχειρησιακά, αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Ωστόσο, στην Ελλάδα αυτή η προσέγγιση παραμένει στο περιθώριο του δημόσιου διαλόγου.
Λείπουν, επίσης, διορατικές πολιτικές αποφάσεις και ένας ουσιαστικός διάλογος με την κοινωνία. Η θέσπιση και τελικά η κατανόηση μέτρων, όπως ο χρόνος καθαρισμού οικοπέδων, πρέπει να προκύπτει από τα αποτελέσματα της ανάλυσης δεδομένων και να συνδέεται με αυτά: πυρομετεωρολογικές συνθήκες, κατάσταση της βλάστησης, ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής, και να προσαρμόζεται ανάλογα σε επίπεδο περιφέρειας ή περιφερειακής ενότητας. Το ίδιο ισχύει και για τη διαχείριση των αστικών πάρκων και αλσών. Όταν επενδύουμε στην πρόληψη υλοποιώντας εξαιρετικούς καθαρισμούς στα πάρκα από την μία, αλλά επιβάλλουμε καθολικές απαγορεύσεις πρόσβασης από την άλλη, είναι εύλογο να δημιουργούνται ερωτήματα για αυτές τις οριζόντιου χαρακτήρα απαγορεύσεις καθώς και για τη συνέπεια και τη λογική της στρατηγικής μας.
Η δυσκαμψία αυτή σχετίζεται και με τη μην επικαιροποίηση και τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης στα στελέχη των αρμόδιων φορέων και την αδυναμία εφαρμογής ευέλικτων μοντέλων διαχείρισης. Χρειαζόμαστε ένα δυναμικό ορισμό της αντιπυρικής περιόδου (τόσο χωρικά όσο και χρονικά), ο οποίος θα βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα και όχι σε απόλυτες ημερομηνίες που εφαρμόζονται καθολικά σε εθνικό επίπεδο. Αυτό θα επιτρέψει καλύτερη στόχευση των έργων πρόληψης, κατανομή των πόρων με βάση τον πραγματικό κίνδυνο πυρκαγιάς και πιο αποτελεσματική χωρική διασπορά των δυνάμεων, κατά περίπτωση.
Η τεχνολογία έγκαιρης ανίχνευσης δεν πρέπει να αντικαθιστά τη στρατηγική για μείωση των ενάρξεων πυρκαγιάς, αλλά να τη συμπληρώνει. Οι πάνω από 9.500 ετήσιες ενάρξεις πυρκαγιών δεν αντιμετωπίζονται μόνο με πρόστιμα και καταστολή. Χρειάζεται πρόληψη με στόχευση στα ανθρωπογενή αίτια σε τοπικό επίπεδο και τα κίνητρα πίσω από κάθε πυρκαγιά. Αυτό απαιτεί συστηματική συλλογή, ανάλυση και ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των φορέων για τα πραγματικά αίτια. Η διαφάνεια θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών και θα κάνει πιο αποτελεσματικές τις καμπάνιες ενημέρωσης, περιορίζοντας τις θεωρίες συνωμοσίας.
Ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα είναι ότι η αποτίμηση των επιχειρησιακών αδυναμιών γίνεται κυρίως μέσα από ποινικές διαδικασίες. Χρειάζεται θεσμοθέτηση μιας ανεξάρτητης, διαφανούς και σταθερής διαδικασίας αξιολόγησης μετά από κάθε σοβαρή πυρκαγιά ή δύσκολη περίοδο. Όχι για να αποδοθούν ευθύνες, αλλά για να μαθαίνουμε και να βελτιωνόμαστε. Και εδώ, η επιστημονική προσέγγιση και τεκμηρίωση είναι απολύτως απαραίτητη.
Εξίσου προβληματική είναι και η απουσία δομημένης και δημόσιας αποτύπωσης των δαπανών πρόληψης, καταστολής και αποκατάστασης . Η ανάλυση κόστους-οφέλους είναι εργαλείο στρατηγικής και όχι λογιστικός απολογισμός, και η λογοδοσία προς τους πολίτες ξεκινά από εκεί.
Σημαντικό κενό παραμένει και η απουσία ιεράρχησης των ευάλωτων δασικών οικοσυστημάτων. Η απουσία εξειδικευμένης γνώσης οδηγεί σε παραμέληση κρίσιμων περιοχών – όπως δάση με είδη χωρίς δυνατότητα φυσικής αναγέννησης, ή μεταβατικά οικοσυστήματα σε φάση διαδοχής, που κινδυνεύουν με ερημοποίηση. Η προτεραιότητα συχνά δίνεται στα ώριμα δάση, ενώ οι υπό αναγέννηση περιοχές αφήνονται απροστάτευτες, με μεγάλο οικολογικό κόστος σε περίπτωση νέας πυρκαγιάς.
Παράλληλα με την ιεράρχηση των ευάλωτων δασικών οικοσυστημάτων η διαχείριση του τοπίου (μέσω της δασοπονίας, της γεωργίας και της κτηνοτροφίας) είναι κρίσιμη για τη μείωση της έντασης των περισσοτέρων πυρκαγιών. Ολοκληρωμένες στρατηγικές που ενισχύουν την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων και συνεισφέρουν καθοριστικά στην πρόληψη δασικών πυρκαγιών και στη μείωση της έντασής τους χωρίς να επηρεάζουν τη βιοποικιλότητα είναι πλέον επιβεβλημένες. Καθώς επενδύουμε στη διαχείριση του τοπίου, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δασικών πυρκαγιών με ακραία συμπεριφορά που περιλαμβάνουν δυναμικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της φωτιάς και της ατμόσφαιρας και οι οποίες απαιτούν μια διαφορετική προσέγγιση. Χρειαζόμαστε μελέτη, καταγραφή και κατανόηση αυτών των φαινομένων μέσα από δεδομένα πραγματικών περιστατικών, ώστε να βελτιώσουμε την πρόγνωση και την προετοιμασία. Η σύνδεση της διαχείρισης τοπίου με την έγκαιρη αναγνώριση των συνθηκών που ευνοούν ακραίες δασικές πυρκαγιές αποτελεί θεμέλιο για τη δημιουργία ανθεκτικών οικοσυστημάτων και κοινωνιών. Η διαχείριση των πυρκαγιών δεν βελτιώνεται μόνο με ασκήσεις ετοιμότητας, αλλά με γνώση, συμμετοχή και σχέδιο.

Οι προτάσεις που είχαν καταθέσει έγκαιρα οι τρεις οργανώσεις
- Επιτακτική ανάγκη για μια στρατηγική μείωσης ενάρξεων πυρκαγιών. Η αυστηροποίηση των ποινών είναι χρήσιμη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για την επίλυση του προβλήματος.
- Βελτίωση του συστήματος διερεύνησης και καταγραφής των αιτίων δεδομένου ότι η γνώση των αιτίων των πυρκαγιών συμβάλλει στην υλοποίηση στοχευμένων ενεργειών και αποτελεί προϋπόθεση για ένα νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο που θα εστιάζει περισσότερο στην πρόληψη.
- Διαρκής επιστημονική υποστήριξη στο πεδίο προκειμένου να γίνεται επεξεργασία όλων των δεδομένων συμπεριφοράς της πυρκαγιάς σε πραγματικό χρόνο και έτσι να υποστηρίζονται οι επιχειρησιακές αποφάσεις.
- Ενίσχυση της ετοιμότητας του δασοπυροσβεστικού μηχανισμού, μέσα από την υιοθέτηση καλών πρακτικών, όπως η επιτήρηση των πυρομετεωρολογικών συνθηκών και της κατάστασης της βλάστησης στο πεδίο.
- Ιεράρχηση ευάλωτων δασικών οικοσυστημάτων, λαμβάνοντας υπόψη χαρακτηριστικά, όπως είδη χωρίς μηχανισμούς φυσικής αναγέννησης ή περιοχές σε φυσική διαδοχή που κινδυνεύουν με ερημοποίηση.
- Θέσπιση διαδικασιών για συστηματική ανάλυση κόστους-οφέλους μετά από κάθε αντιπυρική περίοδο, ώστε να αξιολογείται με διαφάνεια η αποτελεσματικότητα όλων των δράσεων πρόληψης, καταστολής και αποκατάστασης και να προσδιορίζονται καλύτερες πολιτικές.
- Η θέσπιση επίσημης δημόσιας διαδικασίας εξαγωγής διδαγμάτων έπειτα από κάθε αντιπυρική περίοδο, ως απαραίτητο βήμα για τη βελτίωση της διαχείρισης των πυρκαγιών στην Ελλάδα. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να είναι διαφανής και να συμμετέχουν σε αυτή όλοι οι φορείς που εμπλέκονται στον κύκλο της διαχείρισης των πυρκαγιών.



