Στην αρχή της δεύτερης θητείας του, ο πρόεδρος των ΗΠΑ , Ντόναλντ Τραμπ μιλούσε για τον Καναδά ως πιθανή 51η Πολιτεία των ΗΠΑ. Ενάμιση χρόνο αργότερα, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προτείνει να γίνει ο Καναδάς το πρώτο «συνδεδεμένο μέλος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μέσα σε ενάμιση χρόνο, οι σχέσεις στο εσωτερικό της λεγόμενης «Δύσης» έχουν αρχίσει να αλλάζουν με τρόπο που μέχρι πρόσφατα θα έμοιαζε δύσκολο να φανταστεί κανείς. Η πρόταση της φον ντερ Λάιεν υποδηλώνει βέβαια περισσότερο μια κατεύθυνση παρά ένα έτοιμο σχέδιο. Το καθεστώς του «συνδεδεμένου μέλους» δεν υπάρχει στις ευρωπαϊκές συνθήκες, δεν είναι σαφές ποια δικαιώματα και υποχρεώσεις θα συνεπάγεται και αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έδειξαν να αιφνιδιάζονται από την ανακοίνωση. Η επεξεργασία του εγχειρήματος αναμένεται να συνεχιστεί στη σύνοδο Καναδά–ΕΕ στο Μόντρεαλ τον Οκτώβριο.
Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ έσπευσε πάντως να δώσει πολιτικό βάρος στην πρόταση. Μιλώντας την Πέμπτη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τάχθηκε υπέρ μιας πολύ στενότερης σχέσης με την ΕΕ και συνέδεσε τη συνεργασία με την προστασία της κυριαρχίας, των δημοκρατικών θεσμών και της δυνατότητας των δύο πλευρών να καθορίζουν οι ίδιες τις επιλογές τους. Ξεκαθάρισε παράλληλα ότι η χώρα του δεν επιδιώκει πλήρη ένταξη στην ΕΕ και ότι μεγαλύτερη σημασία έχει το περιεχόμενο της νέας σχέσης από την ονομασία της.
Η πολιτική σημασία της κίνησης δύσκολα αμφισβητείται. Καναδάς και Ευρώπη αναζητούν στενότερη συνεργασία στην άμυνα, στην ενέργεια, στην τεχνολογία, στην τεχνητή νοημοσύνη και στις κρίσιμες πρώτες ύλες. Την ίδια στιγμή, ο Καναδάς ζήτησε να συμμετάσχει στην υπό βρετανική ηγεσία Κοινή Εκστρατευτική Δύναμη, μια στρατιωτική συνεργασία δέκα χωρών της βόρειας Ευρώπης, ενώ στρέφεται και προς ευρωπαϊκές επιλογές για τον μελλοντικό αμυντικό εξοπλισμό του. Η προσπάθεια της Οτάβας να περιορίσει την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ ξεπερνά επομένως κατά πολύ τα όρια των εμπορικών σχέσεων. Ο Καναδάς αναζητεί μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων στην οικονομία, την άμυνα και την εξωτερική πολιτική.
Μια αδύνατη μετακόμιση
Υπάρχει βέβαια ένα πρόβλημα που καμία διπλωματική ανακοίνωση δεν μπορεί να εξαλείψει. Ο Καναδάς βρίσκεται στη Βόρεια Αμερική. Δεκαετίες οικονομικής ολοκλήρωσης έχουν συνδέσει τις δύο οικονομίες σε βαθμό που η Ευρώπη δεν μπορεί απλώς να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ. Το 2024, το 75,9% των καναδικών εξαγωγών αγαθών κατευθυνόταν στην αμερικανική αγορά. Το 2025 το ποσοστό υποχώρησε στο 71,7%, ενώ οι εξαγωγές προς τις υπόλοιπες χώρες αυξήθηκαν κατά 17,2%.
Οι αριθμοί είναι μάλλον αποκαλυπτικοί για τα όρια της πρωτοβουλίας. Ο Καναδάς μπορεί να μειώσει την εξάρτησή του από τις ΗΠΑ. Δεν μπορεί να την εξαφανίσει. Ακριβώς όμως γι’ αυτό η κίνηση παρουσιάζει τόσο ενδιαφέρον. Η εμπορική σύγκρουση που ξεκίνησε ο Τραμπ, οι δασμοί σε καναδικά προϊόντα και κυρίως η επαναλαμβανόμενη αμφισβήτηση της ίδιας της κυριαρχίας της χώρας με τις αναφορές στην «51η Πολιτεία» των ΗΠΑ μετέτρεψαν την αποστασιοποίηση από μακροπρόθεσμη οικονομική επιδίωξη σε πολιτική προτεραιότητα.
Ο Κάρνεϊ το είχε περιγράψει με πολύ πιο ωμό τρόπο στο Νταβός. Οι μεσαίες δυνάμεις, είπε, πρέπει να συνεργαστούν επειδή «αν δεν είμαστε στο τραπέζι, είμαστε στο μενού». Καναδάς και Ευρώπη βρίσκονται μπροστά σε παρόμοιο πρόβλημα. Διαθέτουν μεγάλες οικονομίες, τεχνολογία, πρώτες ύλες και σημαντική πολιτική επιρροή, αλλά κινούνται σε ένα διεθνές σύστημα στο οποίο οι ΗΠΑ και η Κίνα διαθέτουν πολύ μεγαλύτερη οικονομική ισχύ και μπορούν να τη χρησιμοποιούν για να επιβάλλουν τους όρους τους.
Η αντίφαση της σημερινής πολιτικής των ΗΠΑ

Η αντίδραση του Αμερικανού προέδρου στην ευρωπαϊκή πρόταση ήταν χαρακτηριστική. Τη χαρακτήρισε «γελοία», έκανε λόγο για «εχθρική πράξη» και απείλησε με ακόμη υψηλότερους δασμούς ή ακόμη και με περιορισμό του εμπορίου με την Ευρώπη. Εδώ όμως εμφανίζεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της αμερικανικής πολιτικής. Ο Τραμπ απαιτεί εδώ και χρόνια από τους συμμάχους των ΗΠΑ να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους της άμυνάς τους και να εξαρτώνται λιγότερο από την αμερικανική προστασία. Η Ευρώπη αυξάνει πράγματι τις αμυντικές της δαπάνες, αναπτύσσει τη δική της αμυντική βιομηχανία και αναζητεί νέες μορφές συνεργασίας. Ο Καναδάς κάνει κάτι αντίστοιχο.
Όταν όμως αυτή η μεγαλύτερη αυτονομία αρχίζει να αποκτά πολιτικό περιεχόμενο, η Ουάσιγκτον δεν την αντιμετωπίζει απαραίτητα ως επιτυχία της πολιτικής της. Μπορεί να τη δει ως απειλή για την αμερικανική επιρροή. Η απάντηση του Κάρνεϊ ήταν ασυνήθιστα σαφής: ο Καναδάς θα αποφασίζει ο ίδιος με ποιους θα συνεργάζεται.
Η φον ντερ Λάιεν έδωσε ακόμη μία ένδειξη της κατεύθυνσης στην ομιλία της. Πρότεινε τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας, στο οποίο θα μπορούσαν να συμμετέχουν εκτός ΕΕ χώρες όπως η Βρετανία, η Νορβηγία, η Ουκρανία και ο Καναδάς. Δεν πρόκειται ακόμη για έτοιμο θεσμό. Αποτυπώνει όμως μια ιδέα που πριν από λίγα χρόνια θα ακουγόταν πολύ πιο παράξενη: ευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές χώρες να οικοδομούν δομές ασφάλειας που δεν έχουν αυτομάτως τις ΗΠΑ στο κέντρο τους.
Μια διαφορετική γεωμετρία
Θα ήταν πρόωρο να μιλήσει κανείς για μια νέα «Δύση χωρίς τις ΗΠΑ». Η ευρωπαϊκή ασφάλεια εξακολουθεί να λειτουργεί μέσα σε ένα θεσμικό και στρατιωτικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε επί δεκαετίες με σημαντική αμερικανική συμμετοχή. Ο Καναδάς παραμένει βαθιά ενσωματωμένος στην αμερικανική οικονομία και στην κοινή άμυνα της Βόρειας Αμερικής. Η ίδια η ΕΕ δυσκολεύεται συχνά να συμφωνήσει σε μια ενιαία εξωτερική πολιτική. Οι επιφυλάξεις που ήδη εκφράζονται για την πρόταση της φον ντερ Λάιεν δείχνουν άλλωστε πόση απόσταση χωρίζει ακόμη μια πολιτική χειρονομία από έναν νέο θεσμό.
Αυτό που αρχίζει να αλλάζει είναι κάτι άλλο. Η υπόθεση ότι όλες οι σημαντικές σχέσεις μεταξύ των δυτικών συμμάχων είναι απαραίτητο να οργανώνονται γύρω από την Ουάσιγκτον.
Η μεταπολεμική Δύση οικοδομήθηκε σε μεγάλο βαθμό σαν πυραμίδα. Οι ΗΠΑ διέθεταν το μεγαλύτερο στρατιωτικό και οικονομικό βάρος και αποτέλεσαν το βασικό πολιτικό κέντρο γύρω από το οποίο οργανώθηκαν οι δυτικές συμμαχίες. Το νέο σχήμα που αρχίζει διστακτικά να διακρίνεται μοιάζει περισσότερο με δίκτυο. Ευρώπη, Καναδάς, Βρετανία και άλλες μεσαίες δυνάμεις αναζητούν τρόπους να συνεργάζονται απευθείας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έρχονται σε ρήξη με τις ΗΠΑ.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία. Η πίεση του Τραμπ προς τους συμμάχους είχε στόχο να τους αναγκάσει να αναλάβουν μεγαλύτερο βάρος και τελικά να εξυπηρετούν περισσότερο τα αμερικανικά συμφέροντα. Ίσως όμως να τους μαθαίνει κάτι άλλο: πώς να συνεργάζονται περισσότερο μεταξύ τους και να χρειάζονται λιγότερο την Ουάσιγκτον.



