Στη Γερμανία, όπου για πρώτη φορά στα μεταπολεμικά χρονικά, την προηγούμενη εβδομάδα απέτυχε να εκλεγεί καγκελάριος με την πρώτη ψηφοφορία, ο θάνατος του «κέντρου» ξυπνάει μνήμες Βαϊμάρης. Παντού στη Δύση, κεντροδεξιά και κεντροαριστερά καταρρέουν. Παρά ταύτα, στην Ελλάδα Μητσοτάκης αλλά και αριστερά επιμένουν σε κάτι ανύπαρκτο.
Τα τελευταία χρόνια, είτε πρόκειται για τη ΝΔ, είτε για το ΠΑΣΟΚ, τον ΣΥΡΙΖΑ και άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης, άπαντες διαρκώς «πιπιλίζουν» την καραμέλα της «μάχης για το κέντρο». Το γεγονός, βέβαια, ότι, ακόμα και εάν -κατά τα διάφορα ευφάνταστα ή μη σενάρια- στην περίπτωση μιας κυβερνητικής συνεργασίας της ονομαζόμενης «κεντροδεξιάς» με την «κεντροαριστερά», οι δυό τους δεν θα συγκέντρωναν, βάσει των σημερινών δημοσκοπήσεων, παρά 32% έως το ανώτερο 36%, δηλαδή ποσοστά μειοψηφίας, ουδόλως τους απασχολεί.
Πόσο μάλλον, όταν η αποχή και η απομάκρυνση από τα «παραδοσιακά» κόμματα έχει καταστεί το κυρίαρχο ρεύμα, στο οποίο προστίθεται η αύξηση των ποσοστών των ονομαζόμενων «αντισυστημικών» δυνάμεων, σε πολλές περιπτώσεις με απολίτικο πρόσημο ή και ακροδεξιό, τραμπικό και δεξιότερο της δεξιάς.
Αλλά για ποια «κεντροδεξιά» ομιλούν; Τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη των «ακροκεντρώων», οι οποίοι αποτελούν ό,τι πιο αντιδραστικό νεοφιλελεύθερο, αντιλαϊκό υπάρχει; Ένα συνονθύλευμα απέχθειας προς την κοινωνία των απλών ανθρώπων, πελατειακών σχέσεων, κράτους – φέουδου, πολιτικών σκανδάλων κατάλυσης της δημοκρατίας, όπως οι υποκλοπές, αδιαφορίας για τον εκσυγχρονισμό της χώρας, όπως έδειξε η τραγωδία των Τεμπών, και, εν τέλει, του πραξικοπηματικού «μπαζώματος» της αλήθειας.
Επίσης, για ποια «κεντροαριστερά» γίνεται λόγος; Του ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, το οποίο δεν λέει να ξεκολλήσει από τα χαμηλά ποσοστά του και ταυτίζεται ουσιαστικά με τη διαχείριση τύπου Νέας Δημοκρατίας, χωρίς να μπορεί να πείσει ότι αποτελεί εναλλακτική δύναμη; Για να μην μιλήσει κανείς για τους ωμούς εκβιασμούς που εμφανώς ασκεί στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ το μέγαρο Μαξίμου.
Όλα αυτά, αφενός σπρώχνουν την κοινωνία στην πολιτική περιθωριοποίηση, στην αποχή ή και σε αυθόρμητες, συχνά αδιέξοδες και σπασμωδικές, αντιδράσεις, αφετέρου ισχυροποιούν -δήθεν- «αντισυστημικές» τάσεις.
Το φάντασμα της Βαϊμάρης
Το μίνι Βατερλώ του Μέρτς στη Γερμανία, την προηγούμενη εβδομάδα, προκάλεσε προβληματισμό και λίαν ενδιαφέρουσες αναλύσεις για το φαινόμενο του θανάτου του «Κέντρου», όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Τραμπ, άλλωστε, … δείχνει τον δρόμο.
Είναι ενδεικτικό ότι, μετά από αυτή την πρώτη αποτυχία Μερτς, ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας, Μάρκους Σέντερ, έκανε λόγο για «προάγγελο Βαϊμάρης». Η αποτυχία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ως γνωστόν, άνοιξε τον δρόμο για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Μπορεί τα λόγια του να ηχούν «εκβιαστικά», στα καθ’ ημάς κάτι σαν το «Καραμανλής ή τανκς», αλλά οι σημερινές συγκυρίες προκαλούν εύλογες και μεγάλες ανησυχίες.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η προσέγγιση της Γερμανο-Βρετανίδας ιστορικού και δημοσιογράφου, Κάτια Χόγιερ, στη γερμανόφωνη ελβετική εφημερίδα, Neue Zürcher Zeitung (NZΖ).
«Η περασμένη Τρίτη ήταν μια κακή μέρα για τη Γερμανία», έγραψε. «Οι βαθιές ρωγμές στο πολιτικό κέντρο έγιναν ορατές σε όλους. Σε μια εποχή που η Ευρώπη και ο κόσμος χρειάζονται απεγνωσμένα μια ισχυρή και γεμάτη αυτοπεποίθηση Γερμανία, το Βερολίνο έδειξε για άλλη μια φορά την αβεβαιότητα στον πυρήνα της πολιτικής του».
Σε άλλο σημείο ανέφερε: «Η βαθιά κρίση του Κέντρου σίγουρα δεν αποτελεί μοναδικό φαινόμενο στη Γερμανία. Αλλά ο πανικός που προκαλεί είναι μοναδικός. Οι Γερμανοί πολιτικοί και αναλυτές θυμούνται αμέσως τη «Βαϊμάρη» και τον ναζισμό, διότι το φάντασμα της κατάρρευσης της δημοκρατίας δεν είναι και τόσο μακρινή ανάμνηση. Οι Ναζί ήρθαν στην εξουσία στις αρχές της δεκαετίας του 1930, όταν η δημοκρατία της Βαϊμάρης κατέρρεε λόγω συνεχών εσωτερικών συγκρούσεων εν μέσω αυξανόμενων οικονομικών και πολιτικών κρίσεων. Πολλοί πολιτικοί στο Βερολίνο βλέπουν ανησυχητικές ομοιότητες με το σήμερα. Και η πρώτη ήττα του Μερτς απλώς ενίσχυσε αυτά τα ένστικτα».
Και επισήμανε: «Σε άλλες εποχές οι CDU/CSU (Χριστιανοδημοκράτες, Χριστιανοκοινωνιστές) και το SPD (Σοσιαδημοκράτες) ήταν πολιτικοί γίγαντες. Κατά τη διάρκεια του πρώτου «μεγάλου συνασπισμού» τους, το 1966, από κοινού έλεγχαν το 90% των εδρών στο κοινοβούλιο. Τώρα, το Κέντρο είναι τόσο ευνουχισμένο που ακόμη και η μικρή πλειοψηφία τους δεν ήταν αρκετή για να εκλέξουν με την πρώτη έναν κοινό υποψήφιό τους για την καγκελαρία».
Ανευ προηγουμένου
Οσον αφορά αυτή καθαυτή τη διαδικασία για την έγκριση της υποψηφιότητας Μερτς στη θέση του νέου καγκελαρίου της Γερμανίας, η Κάτια Χόγιερ γράφει:
«Η λέξη «άνευ προηγουμένου» μπορεί να χρησιμοποιείται υπερβολικά στο πολιτικό ρεπορτάζ, αλλά σε αυτή την περίπτωση είναι απολύτως εύστοχη για να περιγράψει κανείς τι συνέβη στη Γερμανία το πρωί της περασμένης Τρίτης.

Η ορκωμοσία του κεντροδεξιού υποψηφίου, Φρίντριχ Μερτς, ως νέου καγκελάριου της Γερμανίας θεωρήθηκε τυπική διαδικασία. Ωστόσο, ο ίδιος δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στον πρώτο γύρο της ψηφοφορίας. Κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά στη μεταπολεμική Γερμανία. Αργότερα το απόγευμα, βέβαια, κέρδισε τον δεύτερο γύρο. Όμως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν ένα άσχημο ξεκίνημα για τη νέα κυβέρνηση της Γερμανίας».
Η πρώτη μεγάλη ζημιά
»Ο συνασπισμός του συντηρητικού μπλοκ Χριστιανοδημοκρατών – Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU), με επικεφαλής τον Μερτς, και του κεντροαριστερού Σοσιαλδημοκρατικου Κόμματος (SPD), επρόκειτο να αναλάβει την κυβέρνηση με το σύνθημα της «νέας αρχής».
Η προηγούμενη κυβέρνηση υπό τον Σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο, Όλαφ Σολτς, κατέρρευσε λόγω εσωτερικών συγκρούσεων μεταξύ των κομμάτων που την αποτελούσαν. Όταν ήταν επικεφαλής της αντιπολίτευσης, ο Μερτς επέκρινε επανειλημμένα τις «συνεχείς διαφωνίες» του προηγούμενου κυβερνητικού συνασπισμού, οι οποίες, όπως είπε, καθιστούσαν μια από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου «ουσιαστικά ακυβέρνητη». Υποσχέθηκε να ακολουθήσει το αντίθετο μοντέλο: «κυβέρνηση χωρίς διχόνοια».
Ωστόσο, η πρώτη ήττα του την περασμένη Τρίτη, προτού καν αναλάβει τα καθήκοντά του, ήλθε να πλήξει τις διακηρύξεις του περί σταθερής κυβέρνησης. Του έλειπαν έξι ψήφοι στον πρώτο γύρο για να εκλεγεί. Δεν είναι πολλοί. Εξελέγη παρόλα αυτά στον δεύτερο γύρο, αλλά η μεγάλη ζημιά στο προφίλ του είχε ήδη γίνει. Ετσι, ξεκινά τη θητεία του από θέση αδυναμίας.
Το πρόβλημα δεν είναι τόσο ότι έχει να αντιμετωπίσει την αντιπολίτευση. Αυτό είναι φυσιολογικό σε κάθε δημοκρατία, ειδικά στη σημερινή περίοδο της μεγάλης πολιτικής πόλωσης, Είναι ότι ο συνασπισμός του Μερτς έχει τις περισσότερες έδρες. Συνολικά 328, δηλαδή 12 περισσότερες από όσες χρειάζονται για την πλειοψηφία. Αυτό σημαίνει ότι στην πρώτη μυστική ψηφοφορία υπήρξε μια σημαντική «λιποταξία» από την πλευρά των υποτιθέμενων πιστών βουλευτών του. Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί με κανέναν άλλο υποψήφιο για την καγκελαρία από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι ένα σαφές σημάδι βαθιάς διαίρεσης εντός του νέου συνασπισμού.
Μνήμες εκτροπής
»Η σοβαρότητα του προβλήματος ήταν εμφανής στα κάτωχρα πρόσωπα των Γερμανών πολιτικών μετά τον πρώτο γύρο της ψηφοφορίας. Τα μέλη των κομμάτων του συνασπισμού ήταν σοκαρισμένα. Ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας, Μάρκους Σέντερ (CSU), δήλωσε ότι «ο κίνδυνος της αποτυχίας θα μπορούσε να είναι προάγγελος της Βαϊμάρης».

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, η αποτυχημένη δημοκρατία της Γερμανίας μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατέρρευσε και έδωσε τη θέση της στο ναζιστικό καθεστώς. Η αυστηρή προειδοποίηση του Μάρκους Σέντερ ήλθε μόλις δύο ημέρες πριν από την 80ή επέτειο από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη, στις 8 Μαΐου.
Ακόμη και οι αντιπολιτευόμενοι Πράσινοι, οι βουλευτές των οποίων ψήφισαν κατά του Μερτς, έφτασαν στο σημείο να εκφράσουν την έντονη ανησυχία τους εξέφρασαν σοβαρή ανησυχία.
Ο φόβος της ακροδεξιάς
»Όλα τα παραδοσιακά γερμανικά κόμματα, ανεξαρτήτως του πολιτικού προσανατολισμού τους, φοβούνται ότι το αντιμεταναστευτικό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) θα επωφεληθεί από αυτό. Ήδη την περασμένη Τρίτη, ο συμπρόεδρος του AfD, Τίνο Χρουπάλα, δήλωσε ότι ήταν «μια καλή μέρα για τη Γερμανία».
Το κόμμα του ήρθε δεύτερο στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 2025 και τώρα προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Την περασμένη εβδομάδα, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος (σ.σ. Υπηρεσία Πληροφοριών της Γερμανίας) χαρακτήρισε το AfD ως «ακροδεξιά εξτρεμιστική οργάνωση», αναζωπυρώνοντας τη συζήτηση για το εάν το κόμμα πρέπει να απαγορευτεί παρά την υποστήριξη που τυγχάνει σχεδόν από το ένα τέταρτο των Γερμανών ψηφοφόρων.
Ο Μάρκο Βάντερβιτς της CDU του Μερτς προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, λέγοντας ότι το AfD πρέπει να «εξαφανιστεί». Αυτή η απαισιοδοξία θα μπορούσε να γενικευθεί. Ιδιαίτερα όταν είναι εμφανείς οι δυσκολίες των κεντρώων κομμάτων της Γερμανίας να συνεννοηθούν για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Ποιος ακριβώς «λιποτάκτησε» στην πρώτη ψηφοφορία, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί, αφού ήταν μυστική. Ωστόσο, πιθανότεροι θεωρούνται οι εκπρόσωποι της αριστερής πτέρυγας του SPD, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, είναι δυσαρεστημένοι με την σχεδιαζόμενη αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής. Ο Φίλιπ Τίρμερ, επικεφαλής της αριστερής νεολαίας του SPD, είχε επικρίνει τη συμφωνία του συνασπισμού για το Μεταναστευτικό και είχε απευθύνει κάλεσμα για την καταψήφισή της, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι η διαφωνία μεταξύ του κόμματός του και του Μερτς «δεν θα προκαλούσε κυβερνητική κρίση».
Ο ίδιος, πάντως, έχει αρνηθεί οποιαδήποτε εμπλοκή του στην πρώτη καταστροφική ψηφοφορία για την εκλογή του Μερτς ως καγκελαρίου, αλλά η πτέρυγα που εκπροσωπεί στους κόλπους του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, είναι γνωστό εδώ και καιρό ότι βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τους την τάση των κεντρώων, οι οποίοι διεξήγαγαν τις διαπραγματεύσεις με τους Χριστιανοδημοκράτες.
Μετά τον δεύτερο γύρο της ψηφοφορίας, η ανακούφιση ήταν ορατή στα πρόσωπα των μελών του γερμανικού Κοινοβουλίου (Bundestag). Ακόμη και μεταξύ πολλών βουλευτών της αντιπολίτευσης. Στον δεύτερο γύρο, ο Μερτς έλαβε 325 ψήφους, 9 περισσότερες από το απαιτούμενο ελάχιστο όριο. Τώρα έχει γίνει επίσημα ο νέος καγκελάριος. Αλλά κάτι τέτοιο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αίσιο τέλος. Οι «αντάρτες» από τον δικό του κυβερνητικό συνασπισμό έστειλαν ένα ηχηρό μήνυμα δυσαρέσκειας, το οποίο αντήχησε, όχι μόνο μέσα στη Γερμανία, αλλά και πέρα από τα σύνορά της».



