Ποιος φοβάται το Μουντιάλ της Αμερικής;

Για δεκαετίες το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου ή αλλιώς Μουντιάλ ήταν κάτι περισσότερο από μια απλή αθλητική διοργάνωση. Ήταν ένα από τα ελάχιστα γεγονότα που μπορούσαν να επιβάλουν έναν κοινό παγκόσμιο ρυθμό. Για έναν μήνα, κυβερνήσεις, επιχειρήσεις, σχολεία και εκατομμύρια οικογένειες προσαρμόζονταν στο πρόγραμμά του. Οι αγώνες του γίνονταν αντικείμενο συζήτησης από το Μπουένος Άιρες μέχρι το Κάιρο και από το Λονδίνο μέχρι το Τόκιο.

Λίγες ημέρες πριν από τη σέντρα του Μουντιάλ στη Βόρεια Αμερική, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Χιλιάδες εισιτήρια παραμένουν αδιάθετα. Αρκετά από όσα πωλήθηκαν μεταπωλούνται σε τιμές χαμηλότερες από τις αρχικές. Ξενοδοχεία σε αμερικανικές πόλεις που είχαν προεξοφλήσει εκατομμύρια δολάρια πρόσθετων εσόδων βλέπουν τις κρατήσεις να κινούνται χαμηλότερα από τις προβλέψεις, ενώ η FIFA έχει ήδη περιορίσει πακέτα δωματίων που είχε δεσμεύσει για φιλάθλους και χορηγούς. Παράλληλα, οι αεροπορικές εταιρείες δεν καταγράφουν το κύμα διεθνών αφίξεων που πολλοί θεωρούσαν δεδομένο.

Φυσικά, όταν αρχίσουν οι αγώνες η εικόνα μπορεί να αλλάξει. Το Μουντιάλ παραμένει άλλωστε η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική διοργάνωση του πλανήτη και δύσκολα θα περάσει απαρατήρητο. Ωστόσο το γεγονός ότι φτάνει στην αφετηρία του χωρίς τον παραδοσιακό παγκόσμιο πυρετό αποτελεί από μόνο του είδηση.

Ο αφιλόξενος οικοδεσπότης

Η πιο εύκολη εξήγηση αφορά φυσικά τον Ντόναλντ Τραμπ. Τους τελευταίους μήνες έχουν πληθύνει τα δημοσιεύματα για φιλάθλους που διστάζουν να ταξιδέψουν στις Ηνωμένες Πολιτείες εξαιτίας του πολιτικού κλίματος, των αυστηρότερων συνοριακών ελέγχων και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν πλέον πολλοί ταξιδιώτες κατά την είσοδό τους στη χώρα.

Την εικόνα ενισχύει η σκληρή αντιμεταναστευτική πολιτικής και οι επιχειρήσεις της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE), οι οποίες έχουν προκαλέσει κινητοποιήσεις και αντιδράσεις σε πολλές αμερικανικές πόλεις. Οργανώσεις υπεράσπισης μεταναστών ετοιμάζουν ήδη διαδηλώσεις με κεντρικό μήνυμα ότι το Μουντιάλ δεν μπορεί να λειτουργήσει ως βιτρίνα για τις μαζικές συλλήψεις και απελάσεις μεταναστών.

Κι όμως, η σημερινή πολιτική πραγματικότητα στις ΗΠΑ δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει το φαινόμενο. Το μεγαλύτερο μέρος των αγώνων διεξάγεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια χώρα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ακόμα το ποδόσφαιρο ως ανερχόμενο άθλημα. Παρά την ανάπτυξη του τοπικού πρωταθλήματος (Major League Soccer) και τη σταθερή άνοδο της εθνικής ομάδας, το ποδόσφαιρο παραμένει πολύ πίσω από το αμερικανικό ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το μπέιζμπολ και συχνά ακόμη και τα κολεγιακά πρωταθλήματα ως προς τη θέση που κατέχει στη συλλογική συνείδηση.

Η FIFA επένδυσε στην τεράστια αμερικανική αγορά. Όμως η επιλογή συνοδεύεται από ένα προφανές μειονέκτημα. Σε αντίθεση με μια διοργάνωση στη Βραζιλία, την Αργεντινή, τη Γερμανία ή την Αγγλία, δεν μπορεί να βασιστεί σε μια ήδη υπάρχουσα ποδοσφαιρική κουλτούρα που θα δημιουργήσει από μόνη της κλίμα γιορτής.

Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο πρόεδρος της FIFA, Τζάνι Ινφαντίνο, στον Λευκό Οίκο τον Μάιο

Η παγίδα της εμπορευματοποίησης

Ταυτόχρονα, οι ξένοι φίλαθλοι καλούνται να πληρώσουν ένα βαρύ τίμημα για να βρεθούν εκεί. Υπερατλαντικές πτήσεις, ακριβά ξενοδοχεία, υψηλές τιμές εισιτηρίων και ένα ολοένα πιο περίπλοκο περιβάλλον θεωρήσεων εισόδου μετατρέπουν την παρουσία στο Μουντιάλ σε πολυτέλεια για πολλούς. Η διοργάνωση μοιάζει να ζητά από τους φιλάθλους πολύ περισσότερα απ’ όσα ζητούσε ένα Μουντιάλ στη Γερμανία, τη Γαλλία ή ακόμη και σε άλλες πρόσφατες διοργανώσεις.

Για περισσότερες από δύο δεκαετίες η FIFA εργάστηκε συστηματικά για να μετατρέψει το Παγκόσμιο Κύπελλο σε ένα ολοένα μεγαλύτερο εμπορικό προϊόν. Τα εισιτήρια ακριβαίνουν διαρκώς, τα πακέτα φιλοξενίας πολλαπλασιάζονται και οι χορηγικές συμφωνίες αποκτούν όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα. Το Μουντιάλ εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως η μεγάλη λαϊκή γιορτή του ποδοσφαίρου, αλλά όλο και περισσότερο μοιάζει με ένα γεγονός σχεδιασμένο για μεγάλες επιχειρήσεις, χορηγούς και πλούσιους τουρίστες.

Η αντίφαση γίνεται περισσότερο εμφανής από ποτέ φέτος. Την ώρα που η FIFA προσπαθεί να προσελκύσει εκατομμύρια φιλάθλους από όλον τον κόσμο, το κόστος συμμετοχής στη γιορτή έχει γίνει απαγορευτικό για ένα σημαντικό μέρος από αυτούς. Ίσως λοιπόν η χαμηλότερη από την αναμενόμενη ζήτηση να μην αποτελεί μόνο αποτέλεσμα της πολιτικής συγκυρίας ή των επιλογών της αμερικανικής κυβέρνησης. Ίσως να αποτελεί και συνέπεια μιας στρατηγικής που αντιμετώπισε για χρόνια τους φιλάθλους περισσότερο ως καταναλωτές παρά ως το κοινωνικό θεμέλιο της ίδιας της διοργάνωσης.

Ένας κόσμος που άλλαξε

Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη διάσταση. Για πολλά χρόνια η FIFA αντιμετώπιζε το Παγκόσμιο Κύπελλο ως το μοναδικό αθλητικό γεγονός που μπορούσε να θεωρεί δεδομένη την παγκόσμια προσοχή. Η λογική αυτή αποτυπώθηκε και στη διαρκή διεύρυνση της διοργάνωσης. Περισσότερες ομάδες, περισσότεροι αγώνες, περισσότερες πόλεις, περισσότερα εισιτήρια. Η υπόθεση εργασίας ήταν ότι η ζήτηση θα ακολουθούσε πάντοτε την προσφορά.

Το Μουντιάλ του 2026 ίσως αποδειχθεί το πρώτο σοβαρό τεστ αυτής της υπόθεσης. Η FIFA φαίνεται να σχεδίασε τη διοργάνωση με όρους που θύμιζαν περισσότερο τον κόσμο της δεκαετίας του 2000 παρά τον σημερινό. Έναν κόσμο φθηνότερων αεροπορικών εισιτηρίων, πιο ανοιχτών συνόρων, λιγότερων γεωπολιτικών εντάσεων και μεγαλύτερης οικονομικής αισιοδοξίας. Σήμερα όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι μετακινήσεις είναι ακριβότερες, οι βίζες δυσκολότερες, οι διεθνείς κρίσεις περισσότερες και η οικονομική ανασφάλεια πολύ εντονότερη για εκατομμύρια νοικοκυριά.

Η συγκυρία γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη από τον πόλεμο με το Ιράν και τις αναταράξεις που προκάλεσε στις αγορές ενέργειας, στις αερομεταφορές και γενικότερα στο αίσθημα ασφάλειας και σταθερότητας που συνήθως συνοδεύει μια μεγάλη διεθνή διοργάνωση. Το Μουντιάλ σχεδιάστηκε για έναν κόσμο που έμοιαζε πιο ανοιχτός, πιο προβλέψιμος και σαφώς φθηνότερος από τον σημερινό.

Ταυτόχρονα, έχει αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνουμε το θέαμα. Πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια το Μουντιάλ μπορούσε να μονοπωλήσει σχεδόν απόλυτα το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Σήμερα ανταγωνίζεται ένα αδιάκοπο ρεύμα διοργανώσεων, ψηφιακού περιεχομένου και ψυχαγωγικών επιλογών. Από το Τσάμπιονς Λιγκ και την Πρέμιερ Λιγκ μέχρι το ΝΒΑ, τη Formula 1, τις πλατφόρμες streaming και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο ανταγωνισμός για τον χρόνο και την προσοχή του κοινού είναι συνεχής.

Ίσως λοιπόν η χαμηλή ζήτηση να μην αποτελεί μόνο θέμα της FIFA ή του Τραμπ. Ίσως να αποτυπώνει τις δυσκολίες μιας διοργάνωσης που γνώρισε τη μεγαλύτερη ανάπτυξή της στην εποχή της παγκοσμιοποίησης να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο ακριβότερο, πιο κατακερματισμένο και πολύ λιγότερο πρόθυμο να κινηθεί γύρω από μία και μοναδική παγκόσμια αφήγηση. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι το Μουντιάλ χάνει τη σημασία του. Σημαίνει όμως ότι η FIFA ίσως ανακαλύπτει πως ακόμη και η μεγαλύτερη αθλητική διοργάνωση του πλανήτη δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη τη μαζική ανταπόκριση του κοινού. Όχι τόσο επειδή άλλαξε το ποδόσφαιρο, αλλά επειδή άλλαξε ο κόσμος γύρω του.

Πραγματική ενημέρωση στο
mailbox σας. Χωρίς λογοκρισία.

Σχετικά Άρθρα

Ο αλγόριθμος του Ρασκόλνικοβ

Ο καθηγητής μου δεν διάλεξε τυχαία τον Ρασκόλνικοφ. Ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι σκότωσε έχοντας έτοιμη θεωρία

Τραμπ :  Όταν η προεδρική χάρη βγαίνει σε πλειστηριασμό

Από συμβόλαιο 50 εκατoμμυρίων δολαρίων έως πολιτικές δωρεές και πανάκριβους μεσάζοντες, η προεδρική χάρη του Τραμπ γίνεται αντικείμενο μιας επικερδούς αγοράς επιρροής.

Η γενιά που αρνείται να πληρώσει τον λογαριασμό

Από τη Γαλλία μέχρι τη Σερβία, οι νέοι της Ευρώπης εξεγείρονται ενάντια στη λιτότητα, τη στεγαστική κρίση και τη διαφθορά, αμφισβητώντας τις κυβερνητικές προτεραιότητες.

Ο Μακρόν αντιμέτωπος με μια κρίση που δεν λύνεται με αστυνομία

Η άρνηση του Μακρόν να την αποδεχθεί δείχνει ότι ο πρόεδρος προτιμά να διατηρήσει την ίδια πολιτική ηγεσία στο υπουργείο Εσωτερικών, παρά να αναγνωρίσει εμπράκτως τις ευθύνες της κυβέρνησής του για τη διαχείριση της κρίσης.

Η Ευρώπη ανακαλύπτει τον προστατευτισμό

Η Ευρώπη υψώνει εμπορικά τείχη απέναντι στην Κίνα. Ποιοι θα πληρώσουν το κόστος της βιομηχανικής κρίσης και ποιοι θα επωφεληθούν από την κρατική προστασία;