Αν το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική» , βαθιά ριζωμένο στην καρδιά του κινήματος MAGA, σήμαινε απεμπλοκή από τους ατέρμονους πολέμους της Μέσης Ανατολής, τότε ο πόλεμος με το Ιράν αποτελεί το πιο σοβαρό τεστ αξιοπιστίας για τον Ντόναλντ Τραμπ. Επειδή αν πιστέψει κανείς τις δηλώσεις υψηλόβαθμων Αμερικανών αξιωματούχων τότε θα καταλήξει αβίαστα στο συμπέρασμα πως η Ουάσιγκτον δεν άνοιξε η ίδια τον κύκλο της σημερινής σύγκρουσης αλλά ακολούθησε την πορεία που είχε χαράξει κάποιος άλλος.
Ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο ήταν ξεκάθαρος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, τόνισε, επιτέθηκαν στο Ιράν υπό τον φόβο πως μια επικείμενη ισραηλινή επίθεση θα προκαλούσε άμεση ιρανική απάντηση εναντίον αμερικανικών στόχων. Ηταν επομένως μια ενέργεια προληπτική και αμυντική.
Αλλά και ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Μάικ Τζόνσον είπε πάνω κάτω το ίδιο. «Το Ισραήλ ήταν αποφασισμένο να δράσει για τη δική του άμυνα — με ή χωρίς αμερικανική υποστήριξη — επειδή αντιμετώπιζε, όπως το ίδιο έκρινε, υπαρξιακή απειλή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειαζόταν να πάρουν μια πολύ δύσκολη απόφαση αφού εκτίμησαν τους κινδύνους για το στρατιωτικό προσωπικό τους, τις εγκαταστάσεις τους και τα συμφέροντά τους.» σημείωσε.
Οι δύο τοποθετήσεις συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα που δύσκολα μπορεί κανείς να αγνοήσει. Η Αμερική ουσιαστικά σύρθηκε πίσω από τις εξελίξεις. Δεν έθεσε η ίδια το πλαίσιο και τους στόχους της επιχείρησης παρά τους λεονταρισμούς του υπουργού Αμυνας για «τελικό ξεκαθάρισμα» λογαριασμών που είχαν μείνει ανοιχτεί εδώ και 47 χρόνια. Επέλεξε απλώς να μην μείνει έξω από μια σύγκρουση που άλλοι είχαν προαποφασίσει.
Ο απομονωτισμός σε απομόνωση
Είναι μια εικόνα που ουσιαστικά αναιρεί την πολιτική ταυτότητα που με κόπο οικοδόμησε ο Ντόναλντ Τραμπ τα προηγούμενα χρόνια. Πόσες και πόσες φορές ο μεγιστάνας δεν είχε καταγγείλει προεκλογικά τον εγκλωβισμό των Ηνωμένων Πολιτειών σε πολέμους χωρίς τέλος. Εκτιμώντας για παράδειγμα πως η εισβολή στο Ιράκ ήταν λάθος παρότι είχε αποφασιστεί και γίνει πράξη από έναν άλλο πρόεδρο των Ρεπουμπλικάνων.
«Δεν έπρεπε ποτέ να είχαμε πάει στο Ιράκ, σπαταλήσαμε τρισεκατομμύρια δολάρια, χάσαμε χιλιάδες ζωές και η Μέση Ανατολή είναι χειρότερη από ποτέ» δήλωνε. Και δεν ήταν απλώς ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Ηταν ο πυρήνας μιας ευρύτερης στρατηγικής για τον περιορισμό κάθε εξωτερικής δέσμευσης και τον δραστικό επαναπροσανατολισμό των αμερικανικών προτεραιοτήτων.
Σήμερα, ο Αμερικανός πρόεδρος προσπαθεί να πείσει το πολιτικό του ακροατήριο ότι η νέα σύγκρουση δεν εντάσσεται στο ίδιο μοτίβο. Ότι πρόκειται για περιορισμένη επιχείρηση που θα διαρκέσει «μερικές εβδομάδες» μόνο και θα έχει σαφές τέλος. Ο χρόνος επομένως κυλάει ήδη αντίστροφα. Γιατί αν η διάρκεια και το εύρος της σύγκρουσης αρχίσουν να ξεφεύγουν από το προκαθορισμένο πλαίσιο, η αντίφαση ανάμεσα στη ρητορική της αποφυγής «ατέρμονων πολέμων» και στην πραγματικότητα μιας νέας παρατεταμένης σύγκρουσης θα είναι κραυγαλέα.

Και κάπου εδώ μπαίνει στη μέση η απόκλιση στόχων ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Επειδή για το Ισραήλ, η σύγκρουση με το Ιράν δεν είναι τακτικός ελιγμός αποτροπής ούτε η διεκδίκηση μιας σχετικά εύκολης νίκης ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Είναι αναμέτρηση μακράς πνοής. Η αποδυνάμωση της Τεχεράνης και των περιφερειακών της ερεισμάτων αποτελεί κεντρική επιδίωξη.
Παράλληλα, οι συνεχείς πολεμικές αναμετρήσεις — πρώτα στη Γάζα και τώρα με το Ιράν — εξυπηρετούν απόλυτα τους στόχους της εξτρεμιστικής κυβέρνησης Νετανιάχου. Ο ίδιος ο ισραηλινός πρωθυπουργός αντιμετωπίζει άλλωστε δικαστικές διώξεις για υποθέσεις διαφθοράς και έχει βρεθεί αντιμέτωπος με έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις.
Σε συνθήκες σύγκρουσης, η δημόσια ατζέντα μετατοπίζεται προς την εθνική ασφάλεια, η κοινωνική συσπείρωση ενισχύεται και ο χώρος για εσωτερική αμφισβήτηση περιορίζεται. Η διαρκής ένταση του ταιριάζει επομένως απόλυτα. Ο Λευκός Οίκος του Τραμπ, αντιθέτως, παρουσιάζει την εμπλοκή ως ελεγχόμενη και χρονικά περιορισμένη. Η εμπειρία, όμως, της Μέσης Ανατολής δείχνει ότι οι συγκρούσεις έχουν την κακή συνήθεια να μην μένουν μέσα στα αρχικά πλαίσια και σχεδιασμούς.
Αποκλίνουσες στρατηγικές
Το πιο κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν αφορά την έναρξη της σύγκρουσης αλλά τη λήξη της. Αν πρόκειται πράγματι για περιορισμένη επιχείρηση, ποιο είναι το σαφές και μετρήσιμο κριτήριο επιτυχίας; Πότε θεωρείται ότι το Ιράν έχει αποδυναμωθεί αρκετά; Ποιος καθορίζει ότι ο στόχος επετεύχθη και ότι η στρατιωτική φάση μπορεί να ολοκληρωθεί; Χωρίς συγκεκριμένο σημείο ολοκλήρωσης, ακόμη και η πιο σύντομη επιχείρηση απειλεί να μετατραπεί σε σπιράλ κλιμάκωσης.
Αν η Ουάσιγκτον θεωρήσει ότι έχει επιτύχει έναν περιορισμένο στόχο αποτροπής, αλλά το Ισραήλ επιδιώξει συνέχιση των επιχειρήσεων έως ότου διαμορφωθούν νέοι και πιο ευνοϊκοί περιφερειακοί συσχετισμοί, τότε το ζήτημα της αποχώρησης μετατρέπεται αυτομάτως σε στρατηγικό δίλημμα. Μια υπερδύναμη μπορεί να εισέλθει σχετικά εύκολα σε μια σύγκρουση η αποδέσμευση, όμως, απαιτεί κοινή αντίληψη για το πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις ολοκληρώνεται. Και αυτή η αντίληψη είναι σήμερα κάθε άλλο παρά δεδομένη.
Σε μια αναμέτρηση με τέτοια απόκλιση στόχων, το αποτέλεσμα δεν διαμορφώνεται από τον πιο συγκρατημένο σχεδιασμό, αλλά από τον πιο εκτεταμένο. Και τότε η υπόσχεση των «μερικών εβδομάδων» πολεμικών επιχειρήσεων δεν θα γίνει παρά η προέκταση της ίδιας υποκρισίας που συνοδεύει το «Πρώτα η Αμερική».



