Η εικόνα μιας ανθεκτικής αμερικανικής οικονομίας που “βρυχάται” την οποία προβάλλει ο Ντόναλντ Τραμπ αρχίζει να δοκιμάζεται από τις πρώτες απτές συνέπειες του πολέμου στο Ιράν. Η άνοδος της τιμής των καυσίμων, η πίεση σε βασικούς κλάδους της οικονομίας και η απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας αρχίζουν να σκιαγραφούν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Μιλώντας σε επιχειρηματίες στον Λευκό Οίκο, στο πλαίσιο της Εβδομάδας Μικρών Επιχειρήσεων, ο Τραμπ παρουσίασε μια καθησυχαστική αν όχι και θριαμβευτική εικόνα. Έκανε λόγο για «ρεκόρ επιχειρηματικής δραστηριότητας» αποδίδοντας την πορεία αυτή στις φορολογικές ελαφρύνσεις και τη γενικότερη απορρύθμιση της αγοράς. Ο πόλεμος στο Ιράν, όπως ισχυρίστηκε, δεν μπορεί να ανατρέψει τη συνολική εικόνα.
Ωστόσο, πίσω από αυτή την αισιοδοξία, τα πραγματικά στοιχεία δείχνουν κάτι διαφορετικό. Η άνοδος των τιμών ενέργειας —άμεσα συνδεδεμένη με την παρατεταμένη αστάθεια στα Στενά του Ορμούζ— έχει ήδη αρχίσει να πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το πετρέλαιο Brent κινείται πάνω από τα 110 δολάρια το βαρέλι, ενώ η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ ξεπερνά πλέον τα 4,45 δολάρια το γαλόνι. Ακόμη πιο έντονη είναι η αύξηση στο ντίζελ, που έχει ξεπεράσει τα 5,60 δολάρια, επιβαρύνοντας το κόστος μεταφοράς και, κατ’ επέκταση, τις τιμές σε ολόκληρη την οικονομία.
Παρά τα στοιχεία αυτά, ο Τραμπ επιμένει να υποβαθμίζει τον αντίκτυπο, χαρακτηρίζοντας τις αυξήσεις «προσωρινές» και εκτιμώντας ότι οι τιμές θα υποχωρήσουν σύντομα. Πρόκειται για μια προσέγγιση που στηρίζεται περισσότερο στην επικοινωνιακή διαχείριση, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, παρά σε σαφείς ενδείξεις αποκλιμάκωσης.
Το κοινωνικό κόστος της ενεργειακής κρίσης
Η κατάρρευση της Spirit Airlines αποτελεί ίσως το καλύτερο παράδειγμα των επιπτώσεων που αρχίζουν να διαχέονται στην πραγματική οικονομία. Η εταιρεία, που απασχολούσε περίπου 17.000 εργαζομένους, ανέστειλε την προηγούμενη εβδομάδα αιφνιδιαστικά τη λειτουργία της, αδυνατώντας να ανταποκριθεί στην εκρηκτική αύξηση του κόστους καυσίμων.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η τιμή των καυσίμων για τα αεροσκάφη εκτινάχθηκε από περίπου 80 δολάρια το βαρέλι τον Μάρτιο στα 179 δολάρια στα τέλη Απριλίου. Για εταιρείες με χαμηλά περιθώρια κέρδους και υψηλό δανεισμό, όπως η Spirit —με χρέος άνω των 8,1 δισ. δολαρίων— το σοκ αποδείχθηκε καταστροφικό.
Και η Spirit δεν φαίνεται να αποτελεί παρά μόνο η αρχή. Ολόκληρος ο κλάδος των αερομεταφορών βρίσκεται υπό πίεση. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, εκτιμάται ότι το επιπλέον κόστος καυσίμων για το 2026 μπορεί να φτάσει τα 25 δισ. δολάρια, ενώ μεγάλες εταιρείες προειδοποιούν για σημαντικές επιβαρύνσεις στους ισολογισμούς τους.
Η κρίση έχει ήδη διεθνή διάσταση. Στην Ευρώπη, η εξάρτηση από τη Μέση Ανατολή —που κάλυπτε περίπου το 75% των εισαγωγών για τα καύσιμα αεροσκαφών— δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους επάρκειας.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποίησε ότι τα αποθέματα θα μπορούσαν να εξαντληθούν μέσα σε εβδομάδες, ενώ αεροπορικές εταιρείες προχωρούν σε μαζικές περικοπές: η Lufthansa μειώνει 20.000 πτήσεις, η EasyJet καταγράφει ζημίες έως 560 εκατ. λίρες, και άλλοι φορείς επιβάλλουν αυξήσεις τιμών.
Οι προβλέψεις για τις επόμενες εξελίξεις είναι ακόμη πιο ανησυχητικές. Αναλυτές εκτιμούν ότι η πιθανότητα χρεοκοπίας της JetBlue ξεπερνά το 75%, με την εταιρεία να φέρει χρέος περίπου 9 δισ. δολαρίων και να αντιμετωπίζει πιθανές ζημίες άνω του 1 δισ. δολαρίων το 2026. Παράλληλα, άλλες εταιρείες περιορίζουν δραστηριότητες, επιστρέφουν αεροσκάφη και αναβάλλουν επενδύσεις.
Την ίδια στιγμή, η ενεργειακή κρίση μεταφέρεται σε ολόκληρη την οικονομία. Η αύξηση του κόστους μεταφορών επηρεάζει την εφοδιαστική αλυσίδα, οδηγώντας σε ανατιμήσεις προϊόντων και ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση της κυβέρνησης να μην προχωρήσει σε διάσωση της Spirit —επικαλούμενη έλλειψη 500 εκατομμυρίων. δολαρίων— προκαλεί αντιδράσεις, ιδίως σε σύγκριση με τα δισεκατομμύρια που διοχετεύονται στον πόλεμο.
Καταστροφή για κάποιους, υπερκέρδη για άλλους
Παράλληλα, άλλοι τομείς της οικονομίας καταγράφουν σημαντικά οφέλη. Με τις τιμές του πετρελαίου κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι, οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες αναμένεται να αποκομίσουν επιπλέον κέρδη ύψους 234 δισ. δολαρίων το 2026.
Ο χρηματοπιστωτικός τομέας επωφελείται επίσης από την αστάθεια. Οι έξι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες κατέγραψαν συνολικά κέρδη 47,6 δισ. δολαρίων στο πρώτο τρίμηνο, με τη JPMorgan να αυξάνει τα κέρδη της κατά 13%, τη Goldman Sachs κατά 19% και τη Citigroup κατά 42%, αξιοποιώντας τη μεταβλητότητα των αγορών για να ενισχύσουν τις συναλλαγές και να χρηματοδοτήσουν προγράμματα επαναγοράς μετοχών.
Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας οικονομίας σε αναδιάταξη. Από τη μία πλευρά, εργαζόμενοι και επιχειρήσεις με περιορισμένα περιθώρια βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξανόμενο κόστος και αβεβαιότητα. Από την άλλη, ενεργειακοί και χρηματοπιστωτικοί κολοσσοί ενισχύουν την κερδοφορία τους, αξιοποιώντας τις συνθήκες που δημιουργεί η ίδια η κρίση.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ισχυρισμός περί περιορισμένου αντίκτυπου γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να υποστηριχθεί. Αντιθέτως, τα δεδομένα δείχνουν ότι ο πόλεμος στο Ιράν λειτουργεί ήδη ως καταλύτης για βαθύτερες οικονομικές μεταβολές, με επιπτώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ το επίπεδο των αγορών και αγγίζουν την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών.



