Η δημόσια προειδοποίηση της Επιτροπής Προστασίας δημοσιογράφων CPJ αμέσως μετά τη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ για την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών ότι η εκλογή του “είναι σημείο καμπής για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης”, δεν ήταν διόλου τυχαία. Και όχι μόνο επειδή ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ έχει πλούσιο ιστορικό επιθέσεων σε δημοσιογράφους και ΜΜΕ ή επειδή κατά την προεκλογική περίοδο καταφερόταν καθημερινά ενάντια σε media, επειδή έκανε αγωγή στο CBS στην εκπομπή “60 Minutes” για μια συνέντευξη της Κάμαλα Χάρις. Αυτό που πραγματικά ανησυχεί τους δημοσιογράφους αλλά και την πλειονότητα των μέσων ενημέρωσης που δεν τάχθηκαν ανοιχτά υπέρ του Τραμπ είναι η τυχόν υλοποίηση της ατζέντας του σχεδίου “Project 2025”.
Δύσκολα θα ανέμενε κάποιος πως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το λεγόμενο “προπύργιο” της ελεύθερης έκφρασης και γνώμης θα βρίσκονταν στο στόχαστρο των διεθνών δημοσιογραφικών οργανώσεων για σοβαρές παραβιάσεις της ελευθερίας του τύπου. Η έκθεση που κυκλοφόρησαν η διεθνής οργάνωση “Δημοσιογράφοι χωρίς Σύνορα RSF ανέλυσαν την κατάσταση σε ότι αφορά τα μίντια σε τέσσερις βασικές πολιτείες-και διαπίστωσε ότι καμία δεν αποτελεί πρότυπο ελευθερίας του Τύπου. Οι δημοσιογράφοι και οι ειδικοί των μέσων ενημέρωσης σε αυτές τις πολιτείες, ανησυχούν ιδιαίτερα για τη δεινή οικονομική κατάσταση των μέσων ενημέρωσης, την έλλειψη ανταπόκρισης από κυβερνητικούς αξιωματούχους και την αυξανόμενη εχθρότητα από τους τοπικούς πολιτικούς ηγέτες. Αποτέλεσμα είναι ότι για το 2024 οι ΗΠΑ κατρακύλησαν στο Δείκτη ελεθευρίας του Τύπου κατά 10 θέσεις.
Η επίσκεψη του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου στις ΗΠΑ σε δύο εβδομάδες, έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον και ανησυχίες, δεδομένων των πρόσφατων εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και των τεταμένων σχέσεων μεταξύ των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Η αναμενόμενη ομιλία του Νετανιάχου στο Κογκρέσο έχει πολλαπλές πολιτικές διαστάσεις, που αφορούν τόσο την αμερικανική πολιτική σκηνή όσο και την ισραηλινή εσωτερική πολιτική.
Η κυβέρνηση Μακρόν αναζητά 54 δισ. ευρώ με πάγωμα μισθών και περιορισμό δαπανών, ενώ διατηρεί τις φορολογικές επιλογές που ευνόησαν κεφάλαιο και μεγάλες περιουσίες. Η λιτότητα επιστρέφει στη Γαλλία και οι εργαζόμενοι απαντούν με κινητοποιήσεις.