Οι μεγάλες κινητοποιήσεις της Τρίτης έδωσαν την πρώτη μαζική απάντηση στον νέο γύρο λιτότητας που ετοιμάζει η γαλλική κυβέρνηση. Δημόσιοι υπάλληλοι, εκπαιδευτικοί και εργαζόμενοι στην Υγεία κατέβηκαν στους δρόμους, ενώ η αναταραχή επεκτάθηκε και στα σχολεία, με μαθητές να συμμετέχουν σε αποκλεισμούς λυκείων σε ολόκληρη τη χώρα.
Την Τετάρτη, η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνί παρουσιάζει τον προϋπολογισμό του 2027. Αναζητά 54 δισ. ευρώ για να περιορίσει το έλλειμμα και οι εργαζόμενοι που κινητοποιήθηκαν γνωρίζουν ήδη τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει αυτό: με νέο πάγωμα μισθών, περισσότερους περιορισμούς των δημόσιων δαπανών και μειώσεις στις συντάξεις και τις κοινωνικές παροχές.
Η σύγκρουση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό βάρος επειδή ξεσπά στο τέλος σχεδόν μιας δεκαετίας διακυβέρνησης του Εμανουέλ Μακρόν. Μιας δεκαετίας κατά την οποία η μείωση της φορολογίας του κεφαλαίου, των μεγάλων περιουσιών και των επιχειρήσεων παρουσιάστηκε ως αναγκαία προϋπόθεση για περισσότερες επενδύσεις και ισχυρότερη ανάπτυξη. Τώρα που η κυβέρνηση αναζητά δεκάδες δισεκατομμύρια για να κλείσει τη δημοσιονομική τρύπα, μεγάλο μέρος αυτής της φορολογικής κληρονομιάς παραμένει εκτός συζήτησης.
Χωρίς νέα μέτρα, η κυβέρνηση υπολογίζει ότι το έλλειμμα θα μπορούσε να ξεπεράσει το 6,5% του ΑΕΠ το 2027 και θέλει να το περιορίσει κοντά στο 5%. Για να το πετύχει, σχεδιάζει δημοσιονομική προσαρμογή περίπου 54 δισ. ευρώ. Οι περισσότερες κρατικές δαπάνες μπαίνουν έτσι σε στενό κορσέ και ο μισθολογικός δείκτης των δημοσίων υπαλλήλων παγώνει ξανά, ενώ ορισμένοι τομείς —με πρώτη την Άμυνα— εξαιρούνται από την περιστολή. Η κυβέρνηση αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι τη λέξη «λιτότητα». Οι άνθρωποι όμως που διαδηλώνουν εναντίον της πολιτικής της δεν φαίνεται να έχουν την ίδια δυσκολία να την αναγνωρίσουν.
Η φορολογική κληρονομιά του Μακρόν
Ο Μακρόν εξελέγη το 2017 υποσχόμενος μια οικονομία περισσότερο φιλική προς τις επιχειρήσεις και τις επενδύσεις. Η φορολογική πολιτική αποτέλεσε βασικό εργαλείο αυτής της στρατηγικής. Μία από τις πρώτες μεγάλες αποφάσεις του ήταν η κατάργηση του φόρου αλληλεγγύης επί της περιουσίας (ISF) και η αντικατάστασή του από τον πολύ στενότερο φόρο ακίνητης περιουσίας (IFI). Μετοχές και μεγάλο μέρος των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων βγήκαν έτσι από τη φορολογητέα βάση.
Η μεταρρύθμιση είχε πολύ συγκεκριμένους κερδισμένους. Σύμφωνα με το INSEE, την Εθνική Στατιστική και Οικονομική Υπηρεσία της Γαλλίας, η αντικατάσταση του φόρου μεγάλης περιουσίας αύξησε κατά συνολικά 3,44 δισ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο το διαθέσιμο εισόδημα περίπου 350.000 νοικοκυριών που μέχρι τότε υπάγονταν στον συγκεκριμένο φόρο.
Η ελάφρυνση αφορούσε επομένως ένα μικρό και εύπορο τμήμα της γαλλικής κοινωνίας και γινόταν μεγαλύτερη όσο ανέβαινε κανείς στην κορυφή της κατανομής του πλούτου. Η κατάργηση του ISF εξελίχθηκε γι’ αυτό σε ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα της φορολογικής πολιτικής Μακρόν και τροφοδότησε τον χαρακτηρισμό του ως «προέδρου των πλουσίων».
Ακολούθησε ο ενιαίος φόρος 30% στα εισοδήματα από κεφάλαιο, αντί της πλήρους ένταξής τους στην προοδευτική φορολογία εισοδήματος. Ο εταιρικός φόρος μειώθηκε σταδιακά από 33,3% σε 25%.
Η οικονομική λογική ήταν σαφής. Η χαμηλότερη φορολόγηση του κεφαλαίου θα προσέλκυε επενδύσεις, θα περιόριζε τη φυγή μεγάλων περιουσιών στο εξωτερικό και θα ενίσχυε την ανάπτυξη. Η κατανομή των ωφελειών ήταν εξίσου σαφής.
Το ανεξάρτητο Ινστιτούτο Δημόσιας Πολιτικής (IPP) υπολόγισε ότι από το σύνολο των φορολογικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων της πρώτης πενταετίας Μακρόν το φτωχότερο 5% είδε το διαθέσιμο εισόδημά του να αυξάνεται κατά 0,8%. Για το πλουσιότερο 1%, η αύξηση έφτασε το 3,3%. Οι άνεργοι, αντίθετα, έχασαν κατά μέσο όρο 1,1%. Εννέα χρόνια αργότερα, η δημοσιονομική κατάσταση απέχει πολύ από εκείνη που υποσχόταν η στρατηγική της ανάπτυξης μέσω της φορολογικής ελάφρυνσης του κεφαλαίου.
Το γαλλικό δημόσιο χρέος αναμένεται να φτάσει περίπου στο 119,3% του ΑΕΠ το 2026 και στο 121,7% το 2027, έναντι λιγότερο από 100% πριν από την πανδημία. Το έλλειμμα αναμένεται φέτος στο 5,4%, παρά τον προηγούμενο κυβερνητικό στόχο για 5%. Η εξυπηρέτηση του χρέους απορροφά πλέον περίπου 65 δισ. ευρώ ετησίως.
Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, οι διεθνείς συγκρούσεις και η αύξηση του κόστους δανεισμού εξηγούν σημαντικό μέρος αυτής της επιδείνωσης. Η κυβέρνηση δαπάνησε επίσης τεράστια ποσά για να προστατεύσει επιχειρήσεις και νοικοκυριά στις διαδοχικές κρίσεις.
Αυτό όμως δεν απαντά στο πολιτικό ερώτημα που τίθεται τώρα. Όταν έφτασε η ώρα της δημοσιονομικής προσαρμογής, οι βασικές φορολογικές επιλογές της προηγούμενης δεκαετίας παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό ανέγγιχτες.
Η πιο ενδιαφέρουσα αμφισβήτηση αυτής της επιλογής δεν προήλθε από τη γαλλική Αριστερά αλλά από την Cour des comptes, την ανώτατη ελεγκτική αρχή της Γαλλίας. Σε πρόσφατη έκθεσή της διαπιστώνει ότι η φορολόγηση της περιουσίας γίνεται στην κορυφή της κατανομής αντίστροφα προοδευτική, εξαιτίας των φοροαπαλλαγών και των ειδικών καθεστώτων. Πρότεινε αναμόρφωση του συστήματος, με ελαφρύνσεις για μεγάλο μέρος των φορολογουμένων αλλά και περίπου 5 δισ. ευρώ μεγαλύτερη επιβάρυνση των νοικοκυριών με τις υψηλότερες περιουσίες.
Ζήτησε επίσης να περιοριστεί το pacte Dutreil, το ειδικό φορολογικό καθεστώς που επιτρέπει υπό προϋποθέσεις έκπτωση 75% στη φορολογητέα αξία επιχειρηματικών περιουσιακών στοιχείων όταν μεταβιβάζονται στην επόμενη γενιά. Σύμφωνα με την Cour des comptes, το δημοσιονομικό κόστος είναι μεγάλο και τα μεγαλύτερα οφέλη συγκεντρώνονται σε έναν πολύ μικρό αριθμό ιδιαίτερα εύπορων οικογενειών.
Η κυβέρνηση Λεκορνί δεν έχει υιοθετήσει αυτές τις προτάσεις. Αντίθετα, ενώ αναζητά 54 δισ. ευρώ, σχεδιάζει το 2027 να περιορίσει την έκτακτη φορολογική επιβάρυνση των πολύ μεγάλων επιχειρήσεων. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι χρειάζεται σταθερό φορολογικό περιβάλλον και ένα θετικό μήνυμα προς τους επενδυτές.

Οι μισθοί παγώνουν, οι στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται
Το μήνυμα προς τους εργαζομένους είναι διαφορετικό. Οι δημόσιοι υπάλληλοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της δημοσιονομικής προσαρμογής. Ο μισθολογικός δείκτης, που αποτελεί τη βάση υπολογισμού μεγάλου μέρους των αποδοχών τους, θα παραμείνει παγωμένος και το 2027. Η κυβέρνηση υπολογίζει ότι μόνο από αυτή την επιλογή θα εξοικονομήσει περίπου 2 δισ. ευρώ.
Τα συνδικάτα απαντούν ότι το νέο πάγωμα προστίθεται σε μια μακρά περίοδο πραγματικής υποχώρησης των αποδοχών. Η Σοφί Μπινέ, γενική γραμματέας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CGT), υποστηρίζει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν χάσει περίπου 15% της αγοραστικής τους δύναμης μέσα σε μία δεκαετία.
Οι κινητοποιήσεις της 29ης Σεπτεμβρίου έδειξαν ότι η συζήτηση έχει ήδη ξεφύγει από τα όρια μιας τεχνικής αντιπαράθεσης για τον προϋπολογισμό. Μισθοί, συντάξεις, δημόσιες υπηρεσίες και κοινωνικές δαπάνες ενώνονται σε μια ευρύτερη σύγκρουση για την κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής.
Υπάρχει όμως ένας μεγάλος τομέας κρατικών δαπανών που δεν παγώνει. Οι στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται κατά 6,4 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση επικαλείται τις νέες γεωπολιτικές συνθήκες. Η αύξηση παραμένει ωστόσο μια πολιτική προτεραιότητα την ίδια στιγμή που σε άλλους τομείς κάθε δισεκατομμύριο παρουσιάζεται ως δημοσιονομική αναγκαιότητα.
Ο τελευταίος λογαριασμός του μακρονισμού
Η Γαλλία αντιμετωπίζει πραγματικό πρόβλημα δημόσιων οικονομικών. Το χρέος αυξάνεται, το κόστος εξυπηρέτησής του διογκώνεται και οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων έχουν ανέβει σε επίπεδα που αυξάνουν την πίεση για δημοσιονομική προσαρμογή. Η Τράπεζα της Γαλλίας, η κεντρική τράπεζα της χώρας, έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η Γαλλία δεν μπορεί να περιμένει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να λύσει το πρόβλημα για λογαριασμό της.
Ακριβώς γι’ αυτό τα 54 δισ. ευρώ δεν αποτελούν ουδέτερο λογιστικό στόχο. Κάθε ευρώ που εξοικονομείται από μισθούς ή κοινωνικές δαπάνες, κάθε φοροαπαλλαγή που διατηρείται, κάθε πρόσθετος φόρος μεγάλης περιουσίας που απορρίπτεται και κάθε δαπάνη που εξαιρείται από τις περικοπές αποτυπώνει μια επιλογή για την κατανομή του κόστους.
Οι κινητοποιήσεις έφεραν αυτή τη σύγκρουση στους δρόμους ακριβώς τη στιγμή που κλείνει ο πολιτικός κύκλος του Μακρόν. Ο πρόεδρος που εμφανίστηκε το 2017 ως υπέρβαση της παραδοσιακής αντιπαράθεσης Αριστεράς και Δεξιάς αφήνει πίσω του μια από τις πιο παραδοσιακές πολιτικές συγκρούσεις.
Επί σχεδόν μία δεκαετία ο μακρονισμός μείωνε τη φορολογία του κεφαλαίου στο όνομα της ανάπτυξης και των επενδύσεων. Τώρα που αναζητά 54 δισ. ευρώ, επιμένει να προστατεύει μεγάλο μέρος αυτής της κληρονομιάς και στρέφεται στους μισθούς, στις συντάξεις και στις δημόσιες δαπάνες. Η λιτότητα επιστρέφει στη Γαλλία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο μοιράζεται ο λογαριασμός παραμένει απολύτως συνεπής με την πολιτική που προηγήθηκε.



