Το ιστορικό βάθος της ρήξης στο Ισλάμ

Του Φώτη Κόλλια *

Ο σιωπηλός τάφος στη Δαμασκό και η φωτιά της ερήμου, το ιστορικό βάθος της ισλαμικής ρήξης – Από τη σφαγή της Καρμπάλα το 680 μ.Χ. έως την σημερινή επίθεση στο Ιράν – Η ιστορική αναδρομή μιας ρήξης 1.400 ετών που κλονίζει τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή.

Στο νότιο τμήμα των μεσαιωνικών τειχών της Παλιάς Πόλης της Δαμασκού βρίσκεται το νεκροταφείο Μπαμπ αλ-Σαγκίρ, ένας τόπος όπου οι κάτοικοι της πόλης θάβουν τους νεκρούς τους εδώ και αιώνες. Ανάμεσα στα πυκνά τοποθετημένα μνήματα ξεχωρίζει ένας λιτός τσιμεντένιος κύβος που λέγεται πως στεγάζει τον τάφο του Μουαβίγια Α΄, του ιδρυτή της δυναστείας των Ομεϋαδών.

Η σιωπή που περιβάλλει το μνημείο και οι φθορές στην επιγραφή με το όνομά του δεν είναι τυχαίες. Αποτελούν σύμβολο μιας διαμάχης που ξεκίνησε πριν από δεκατέσσερις αιώνες και συνεχίζει να προκαλεί έντονα πάθη και βίαιες συγκρούσεις στον σύγχρονο μουσουλμανικό κόσμο και σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Αιώνια αντιπαράθεση

Η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν τις τελευταίες ημέρες φέρνει στην επιφάνεια μια σύγκρουση που διαρκεί σχεδόν 14 αιώνες και που δεν επηρεάζει μόνο τη Μέση Ανατολή, αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο. Για τους Σιίτες όπως οι Ιρανοί, ο Μουαβίγια και ο γιος του Γιαζίντ παραμένουν εμβληματικές μορφές τυραννικής καταπίεσης κατά της ιερής οικογένειας του Προφήτη, ενώ για τους Σουνίτες όπως οι Σαουδάραβες, η εποχή του σηματοδοτεί το τέλος της περιόδου της «ορθής καθοδήγησης» και την έναρξη μιας πιο εγκόσμιας πολιτικής πραγματικότητας.

Η διάσπαση του Ισλάμ σε Σουνίτες και Σιίτες δεν είναι ένα απλό θεολογικό φαινόμενο, αλλά μια πολυσύνθετη ιστορική διαδικασία που επηρεάζει τη γεωπολιτική σταθερότητα και την ανάδυση του ριζοσπαστικού Ισλάμ σήμερα.

Μάχη για την πρωτοκαθεδρία

Αυτές τις ημέρες που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιχειρούν να εξαλείψουν ένα καθεστώς που στήριζε τις κύριες ομάδες κατά των Ισραηλινών όπως οι Χαμάς και Χεζμπολάχ, το Ριάντ επιδιώκει να τερματίσει όχι τις παλαιές δογματικές διαφορές μεταξύ Σιιτών και Σουνιτών, αλλά κυρίως τον πολιτικό ανταγωνισμό που πυροδοτήθηκε το 1979.

Η ανατροπή του Σάχη και η εγκαθίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας στο Ιράν υπό τον Αγιατολάχ Χομεϊνί άλλαξε τα δεδομένα στην περιοχή. Ο Χομεϊνί αμφισβήτησε τη νομιμότητα της Σαουδικής Αραβίας ως προστάτιδας των Ιερών Τόπων και κάλεσε σε εξεγέρσεις κατά των φιλοδυτικών μοναρχιών. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία, από την εποχή των Φατιμιδών τον 10 – 11ο αιώνα, ο Σιιτισμός απέκτησε ένα ισχυρό κρατικό κέντρο που μπορούσε να υποστηρίξει σιιτικές κοινότητες στο εξωτερικό, όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο.

Η Σαουδική Αραβία, νιώθοντας την απειλή του ιρανικού επαναστατικού Ισλάμ, αντέδρασε ενισχύοντας τη δική της θρησκευτική διπλωματία. Χρηματοδότησε ιεροσπουδαστήρια (madrasas) και οργανώσεις που προωθούσαν τον αντι-σιιτισμό ως μέσο ανάσχεσης της ιρανικής επιρροής. Ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ (1980-1988) και αργότερα η σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν αποτέλεσαν πεδία όπου η θρησκευτική ταυτότητα κινητοποιήθηκε για γεωπολιτικούς σκοπούς.

Photo: Thanasis Argyrakis

Οι τζιχαντιστές

Δεν είναι τυχαίο πως οι σύγχρονες ριζοσπαστικές οργανώσεις, όπως η Αλ Κάιντα και το ISIS, είχαν αναγάγει την εχθρότητα προς τους Σιίτες σε κεντρικό πυλώνα της ιδεολογίας τους, υπερβαίνοντας ακόμη και την παραδοσιακή έχθρα προς τη Δύση.

Το ISIS (Ισλαμικό Κράτος) αντιπροσωπεύει την πιο ακραία μορφή του «Τακφιρισμού», της πρακτικής ορισμένων μουσουλμάνων να αφορίζουν άλλους μουσουλμάνους, θεωρώντας ότι έχουν εγκαταλείψει την πίστη τους. Ενώ η Αλ Κάιντα υπό τον Μπιν Λάντεν επικεντρωνόταν στον «μακρινό εχθρό» (ΗΠΑ), το παρακλάδι του Ζαρκάουι στο Ιράκ έθεσε ως προτεραιότητα την εξόντωση των Σιιτών, τους οποίους αποκαλούσε υποτιμητικά Rafidah (εκείνοι που απορρίπτουν).

Η προπαγάνδα του ISIS χρησιμοποιούσε συχνά εικόνες από την εποχή της Καρμπάλα, παρουσιάζοντας τις σύγχρονες συγκρούσεις ως μια αιώνια μάχη μεταξύ της «καθαρής πίστης» και της «αποστασίας». Αλλά και στη σιϊτική πλευρά, η κινητοποίηση μαχητών για τον πόλεμο στη Συρία έγινε με το σύνθημα «Η Ζαϊνάμπ δεν θα αιχμαλωτιστεί ξανά», αναφερόμενοι στην αδελφή του Χουσεΐν που οδηγήθηκε αιχμάλωτη στη Δαμασκό μετά την Καρμπάλα.

Η μεγάλη ρήξη

Μετά τον θάνατο του Μουαβίγια το 680 μ.Χ., ο γιος του Γιαζίντ ανέλαβε την εξουσία, παραβιάζοντας τη συμφωνία ειρήνης που είχε συναφθεί παλαιότερα με τον Χασάν ίμπν Αλί. Ο τελευταίος ήταν ο πρωτότοκος γιος του Αλή ίμπν Αμπί Τάλιμπ και της Φατίμα (κόρης του προφήτη Μωάμεθ), και κατέχει κεντρική θέση στην ισλαμική ιστορία. Το πιο καθοριστικό πολιτικό γεγονός της ζωής του ήταν η απόφασή του να παραιτηθεί από τη διεκδίκηση του Χαλιφάτου υπέρ του Μωαβία Α’ ώστε να σταματήσει η εμφύλια αιματοχυσία.

Ο Γιαζίντ απαίτησε όρκο πίστης (bay’ah) από εξέχουσες προσωπικότητες, συμπεριλαμβανομένου του Χουσεΐν ίμπν Αλί, εγγονού του Προφήτη Μωάμεθ. Ο Χουσεΐν αρνήθηκε κατηγορηματικά, θεωρώντας τη διακυβέρνηση του Γιαζίντ τυραννική και παράνομη, και κατέφυγε στη Μέκκα. Εκεί έλαβε χιλιάδες επιστολές από τους κατοίκους της Κούφα στο Ιράκ, οι οποίοι τον καλούσαν να τους καθοδηγήσει σε εξέγερση κατά των Ομεϋαδών. Παρά τις προειδοποιήσεις στενών συντρόφων του να μην εμπιστευτεί τους Κουφίτες, ο Χουσεΐν ένιωσε ηθικά υποχρεωμένος να ανταποκριθεί στο κάλεσμα για δικαιοσύνη.

Ο Χουσεΐν έστειλε τον εξάδελφό του, Μουσλίμ ίμπν Ακίλ, στην Κούφα για να αξιολογήσει την κατάσταση. Αν και αρχικά έτυχε θερμής υποδοχής, ο νέος κυβερνήτης Ουμπαϊντουλάχ ίμπν Ζιγιάντ κατέστειλε βίαια την κίνηση, εκτελώντας τον Μουσλίμ. Ο Χουσεΐν, αγνοώντας την αλλαγή των συνθηκών, αναχώρησε για το Ιράκ με περίπου 70 μέλη της οικογένειάς του και συντρόφους. Το καραβάνι του αναχαιτίστηκε στην έρημο της Καρμπάλα στις 2 Οκτωβρίου 680 (2 Μουχαράμ 61 AH) από τις δυνάμεις των Ομεϋαδών. Σύντομα, ένας στρατός 30.000 ανδρών υπό τον Ουμάρ ίμπν Σαάντ περικύκλωσε τη μικρή ομάδα του Χουσεΐν. Στις 7 Μουχαράμ, οι δυνάμεις του Γιαζίντ έκοψαν την πρόσβαση στο νερό του ποταμού Ευφράτη, αφήνοντας το στρατόπεδο του Χουσεΐν να υποφέρει από δίψα για τρεις ημέρες.

Η τελική σύγκρουση έλαβε χώρα τη δέκατη ημέρα του μήνα Μουχαράμ, γνωστή ως Ασούρα. Ο Χουσεΐν έδωσε την ευκαιρία στους συντρόφους του να αποχωρήσουν υπό το κάλυμμα του σκότους, αλλά όλοι επέλεξαν να μείνουν και να πεθάνουν μαζί του. Η μάχη ήταν άνιση. Ένας προς έναν, οι υπερασπιστές του Χουσεΐν έπεσαν ηρωικά. Ο Αμπάς ίμπν Αλί, αδελφός του Χουσεΐν, σκοτώθηκε προσπαθώντας να φέρει νερό για τα παιδιά. Ο Αλί αλ-Ακμπάρ, ο μεγαλύτερος γιος του Χουσεΐν, έπεσε στη μάχη. Το πιο τραγικό θύμα ήταν ο Αλί αλ-Ασγκάρ, ο έξι μηνών γιος του Χουσεΐν, ο οποίος χτυπήθηκε από βέλος στον λαιμό ενώ ο πατέρας του ζητούσε λίγο νερό για το βρέφος. Τέλος, ο ίδιος ο Χουσεΐν, μετά από πολλαπλά τραύματα, αποκεφαλίστηκε από τον Σιμρ ίμπν Ντιλ-Τζαουσάν. Το σώμα του ποδοπατήθηκε από τα άλογα του στρατού του Σαάντ, και το κεφάλι του στάλθηκε ως τρόπαιο στον Γιαζίντ στη Δαμασκό.

Οι σκηνές του Χουσεΐν λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν. Οι επιζώντες, κυρίως γυναίκες και παιδιά, οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Κούφα και μετά στη Δαμασκό. Μεταξύ τους ήταν η αδελφή του Χουσεΐν, Ζαϊνάμπ, και ο μοναδικός επιζών γιος του, Αλί Ζαΐν αλ-Αμπιντίν, ο οποίος δεν πολέμησε λόγω σοβαρής ασθένειας. Η Ζαϊνάμπ διαδραμάτισε κρίσιμο ρόλο στη διατήρηση της μνήμης των γεγονότων. Στην αυλή του Γιαζίντ, εκφώνησε έναν τολμηρό λόγο που ταπείνωσε τον χαλίφη και αποκάλυψε τις αγριότητες του στρατού του, μετατρέποντας την ήττα σε ηθικό θρίαμβο, πάντα κατά τη Σιϊτική εκδοχή της ιστορίας.

Από διαδήλωση Σιιτών στο Ιράκ, το 2004, μετά την αμερικανική εισβολή – Photo: Thanasis Argyrakis

Για τους Σιίτες, η Καρμπάλα μετέτρεψε το κίνημά τους από πολιτικό κόμμα σε θρησκευτική πίστη επικεντρωμένη στο μαρτύριο και την αντίσταση κατά της καταπίεσης. Ο Χουσεΐν καθιερώθηκε ως ο «Άρχοντας των Μαρτύρων» (Sayyid al-Shuhada), και η θυσία του θεωρείται λυτρωτική πράξη για την προστασία του αληθινού Ισλάμ. Κάθε χρόνο, η Ασούρα τιμάται με τελετές πένθους, αναπαραστάσεις του πάθους (ta’ziyeh) και προσκυνήματα στον τάφο του Χουσεΐν στην Καρμπάλα. Η μνήμη της τραγωδίας παραμένει ζωντανή και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ως σύμβολο αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη και πολιτική αντίσταση στον σιιτικό κόσμο.

Οι δύο δρόμοι

Ενώ ο Σιιτισμός αναπτυσσόταν ως κίνημα διαμαρτυρίας, οι Ομεϋάδες και αργότερα οι Αββασίδες εργάστηκαν για τη δημιουργία μιας σταθερής αυτοκρατορικής δομής. Ο Χαλίφης Αμπντ αλ-Μαλίκ (685-705) προχώρησε σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, καθιερώνοντας την αραβική ως γλώσσα της διοίκησης και κόβοντας τα πρώτα ισλαμικά νομίσματα. Η σουνιτική ταυτότητα κρυσταλλώθηκε ως η «οδός της πλειονότητας» (Ahl al-Sunna wa-l-Jama’a). Οι Σουνίτες έδωσαν έμφαση στην ενότητα της κοινότητας και στην αποφυγή του διχασμού. Κατά την περίοδο των Αββασιδών, αναπτύχθηκαν οι τέσσερις κύριες νομικές σχολές, οι οποίες προσπάθησαν να κωδικοποιήσουν τη θρησκευτική πράξη βάσει του Κορανίου και των Χαντίθ (παραδόσεων του Προφήτη).

Οι Σιίτες έφτασαν στο αποκορύφωμα της ισχύος τους τον 10ο και 11ο αιώνα όταν ο ισλαμικός κόσμος δεν ήταν πλέον μια ενιαία αυτοκρατορία, αλλά ένα πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ τριών μεγάλων χαλιφάτων: των Αββασιδών στη Βαγδάτη, των Ομεϋαδών στην Κόρδοβα και των Φατιμιδών στο Κάιρο. Η ανάδυση του Χαλιφάτου των Φατιμιδών το 909 μ.Χ. στη Βόρεια Αφρική αποτέλεσε την πρώτη επιτυχημένη προσπάθεια εγκαθίδρυσης ενός σιιτικού κράτους που αμφισβητούσε ευθέως την οικουμενικότητα των Αββασιδών. Οι Φατιμίδες, ισμαηλιτικής κατεύθυνσης, υποστήριζαν ότι η ηγεσία ανήκει αποκλειστικά στους απογόνους του Προφήτη μέσω της κόρης του, Φατίμα. Ο Χαλίφης τους δεν ήταν απλώς πολιτικός ηγέτης, αλλά ένας «αλάθητος Ιμάμης» με θεία γνώση.

Οι Αββασίδες στη Βαγδάτη, αν και αποδυναμωμένοι στρατιωτικά, παρέμεναν οι θεματοφύλακες της σουνιτικής ορθοδοξίας. Παράλληλα, στην Ιβηρική Χερσόνησο, ο Αμπντ αλ-Ραχμάν Γ΄ των Ομεϋαδών αυτοανακηρύχθηκε Χαλίφης το 929 μ.Χ., εν μέρει για να αναχαιτίσει την προπαγάνδα των Φατιμιδών που εξαπλωνόταν προς τη Δύση. Όπως επισημαίνει ο Gerhard Endress στο «Islam: An Historical Introduction», η σύγκρουση αυτή δεν αφορούσε μόνο τη θεολογία, αλλά ήταν ένας σφοδρός αγώνας για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Οι Φατιμίδες, μεταφέροντας την πρωτεύουσά τους στο Κάιρο το 969 μ.Χ., κατάφεραν να εκτρέψουν τους εμπορικούς δρόμους από τη Μεσοποταμία προς την Ερυθρά Θάλασσα και την Αίγυπτο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον οικονομικό στραγγαλισμό της Βαγδάτης. Η Μεσόγειος έγινε το πεδίο μάχης όπου ο στόλος των Φατιμιδών συγκρουόταν με εκείνον των Ομεϋαδών της Κόρδοβας. Ο έλεγχος της Σικελίας και των ακτών της Βόρειας Αφρικής ήταν ζωτικής σημασίας για τη διακίνηση χρυσού από την υποσαχάρια Αφρική και μπαχαρικών από την Ανατολή.

Εκείνους τους αιώνες, κάθε χαλιφάτο επεδίωκε να αποδείξει την ανωτερότητά του μέσω της τέχνης, της επιστήμης και της αρχιτεκτονικής. Στο Κάιρο των Φατιμιδών ιδρύθηκε το πανεπιστήμιο αλ-Αζχάρ, το οποίο έγινε το κέντρο της σιιτικής διδασκαλίας. Οι Φατιμίδες επένδυσαν στον μυστικισμό και την εσωτερική γνώση, δημιουργώντας μια λαμπρή αυλή που προσέλκυε λογίους από όλο τον κόσμο.

Η Κόρδοβα των Ομεϋαδών τον 10ο αιώνα ήταν η πιο προηγμένη πόλη της Ευρώπης. Η Μεγάλη Βιβλιοθήκη και το Τέμενος της Κόρδοβας αποτελούσαν σύμβολα ενός σουνιτικού πολιτισμού που συνδύαζε την αραβική κληρονομιά με την ελληνική φιλοσοφία. Η Βαγδάτη των Αββασιδών, παρά την πολιτική παρακμή, παρέμενε το πνευματικό κέντρο του σουνιτισμού. Εκεί μορφοποιήθηκαν οι μεγάλες νομικές σχολές και η παράδοση, εστιάζοντας στην εσωτερική διάσταση της λατρείας ως απάντηση στη σιιτική πρόκληση.

Οι απαρχές του ριζοσπαστικού Ισλάμ

Το Σουνιτικό Μοντέλο βασιζόταν στη συνεργασία του Χαλίφη με την τάξη των Ulama (θρησκευτικών λογίων). Ο νόμος ήταν το ανώτατο όργανο και η κοινωνική σταθερότητα εξασφαλιζόταν μέσω της τήρησης της Sunna. Αντίθετα, το Σιιτικό Μοντέλο των Φατιμιδών ήταν μια συγκεντρωτική θεοκρατία. Ο Ιμάμης-Χαλίφης ήταν η πηγή κάθε αυθεντίας. Αυτό επέτρεπε ταχύτερη λήψη αποφάσεων αλλά καθιστούσε το κράτος ευάλωτο σε περίπτωση αδύναμου ηγέτη. Κατά τον 11ο αιώνα, η εμφάνιση των Σελτζούκων Τούρκων (φανατικών Σουνιτών) στην Ανατολή άλλαξε τις ισορροπίες. Οι Σελτζούκοι έγιναν οι προστάτες των Αββασιδών και ξεκίνησαν μια «σουνιτική αναγέννηση» που στόχευε στην πνευματική και στρατιωτική εξάλειψη των Φατιμιδών.

Photo: Thanasis Argyrakis, Λιβύη 2011

Για να κατανοήσουμε τη σύνδεση της ιστορικής διάσπασης με το σύγχρονο ριζοσπαστικό Ισλάμ, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε το έργο του λόγιου Ibn Taymiyya (1263-1328). Ο Ibn Taymiyya έζησε σε μια περίοδο κρίσης, κατά την οποία η ισλαμική επικράτεια δεχόταν επιθέσεις από τους Μογγόλους και τους Σταυροφόρους.

Ο Ibn Taymiyya εισήγαγε μια ριζοσπαστική καινοτομία στη νομική σκέψη: υποστήριξε ότι οι Μογγόλοι ηγεμόνες, παρόλο που είχαν εξισλαμιστεί, παρέμεναν άπιστοι επειδή δεν κυβερνούσαν αποκλειστικά με τον ισλαμικό νόμο (Σαρία), αλλά χρησιμοποιούσαν τον δικό τους κώδικα (Yasa). Αυτή η ερμηνεία επέτρεψε την κήρυξη Τζιχάντ εναντίον μουσουλμάνων ηγεμόνων, μια ιδέα που υιοθετήθηκε αργότερα από τον Sayyid Qutb και σύγχρονες οργανώσεις για να δικαιολογήσουν την ανατροπή αραβικών κυβερνήσεων.

Επιπλέον, ο Ibn Taymiyya υπήρξε σφοδρός πολέμιος των Σιιτών, τους οποίους κατηγορούσε για «συνεργασία» με τους Μογγόλους και τους Σταυροφόρους. Στο έργο του Minhaj al-Sunna, επιτέθηκε στη σιιτική θεολογία, θέτοντας τα πνευματικά θεμέλια για τον σύγχρονο αντι-σιιτικό ριζοσπαστισμό των Ουαχαμπιτών και των Σαλαφιστών.

Η λεηλασία της Καρμπάλα

Τον 18ο αιώνα, ο Μουχάμαντ ίμπν Αμπντ αλ-Ουαχάμπ αναβίωσε τις διδασκαλίες του Ibn Taymiyya στην κεντρική Αραβία, συνάπτοντας συμμαχία με τον οίκο των Σαούντ, τους ηγέτες του πρώτου σαουδαραβικού κράτους. Ο Ουαχαμπισμός προώθησε μια εξαιρετικά αυστηρή ερμηνεία του Ισλάμ, απορρίπτοντας ως πολυθεϊσμό (shirk) πολλές παραδοσιακές πρακτικές, όπως το προσκύνημα σε τάφους αγίων και Ιμάμηδων. Αυτή η ιδεολογία παρείχε το θρησκευτικό πλαίσιο για την επέκταση του σαουδαραβικού κράτους και αργότερα, μέσω του πετρελαϊκού πλούτου, εξήχθη σε ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο, ενισχύοντας τη θρησκευτική πόλωση.

Η λεηλασία της Καρμπάλα το 1801 (ή 1802, σύμφωνα με ορισμένες πηγές) αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές και συγκλονιστικές στιγμές στην ιστορία της δυναστείας των Σαούντ και του ουαχαμπιτικού κινήματος, καθώς σηματοδότησε την κορύφωση της βίαιης επιβολής του δόγματός τους έναντι του σιιτισμού. Υπό τη διακυβέρνηση του Αμπντουλαζίζ μπιν Μουχάμαντ αλ Σαούντ (1765–1803), του δεύτερου ηγέτη του Πρώτου Σαουδαραβικού Κράτους, το εμιράτο της Ντιρίγια επεκτάθηκε με ταχύτατους ρυθμούς πέρα από την περιοχή του Νατζντ. Η θρησκευτικο-πολιτική συμμαχία με τον Μουχάμαντ ίμπν Αμπντ αλ-Ουαχάμπ παρείχε την ιδεολογική βάση για μια σειρά εκστρατειών που παρουσιάζονταν ως «ιερός πόλεμος» (τζιχάντ) κατά των «πολυθεϊστών» μουσουλμάνων.

Αν και ο Αμπντουλαζίζ ήταν ο ανώτατος ηγέτης, η ίδια η επίθεση στην Καρμπάλα καθοδηγήθηκε από τον γιο του, Σαούντ μπιν Αμπντουλαζίζ (ο οποίος έμεινε έκτοτε γνωστός στη σιιτική παράδοση ως ο «χασάπης της Καρμπάλα»). Η είδηση της καταστροφής του ιερότερου συμβόλου του σιιτισμού από μια αραβική δύναμη της ερήμου προκάλεσε πρωτοφανές σοκ σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Τεχεράνη.

Ακόμα και το σουνιτικό θρησκευτικό κατεστημένο της Βαγδάτης και της Δαμασκού συγκλονίστηκε από τη βιαιότητα της επίθεσης, αν και ορισμένοι κύκλοι άρχισαν να βλέπουν στον ουαχαμπισμό μια δυναμική πρόκληση στην παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η Καρμπάλα δεν ξεχάστηκε. Τον Νοέμβριο του 1803, ένας Σιίτης δολοφόνος, ως πράξη αντεκδίκησης για τη σφαγή, δολοφόνησε τον ηγεμόνα Αμπντουλαζίζ μέσα στο τζαμί της Ντιρίγια κατά τη διάρκεια της προσευχής. Η λεηλασία της Καρμπάλα, σε συνδυασμό με την κατοχή της Μέκκας και της Μεδίνας λίγα χρόνια αργότερα (1803–1806), ανάγκασε τον Οθωμανό Σουλτάνο να κινητοποιήσει τον Μοχάμεντ Άλι Πασά της Αιγύπτου για να καταστρέψει το πρώτο σαουδαραβικό κράτος, οδηγώντας τελικά στην ισοπέδωση της Ντιρίγια το 1818.

Η τραγωδία του 1801 παραμένει μέχρι σήμερα μια ανοιχτή πληγή στις σχέσεις Σουνιτών και Σιιτών, αποτελώντας ένα ιστορικό ορόσημο που οι σύγχρονες ριζοσπαστικές οργανώσεις (όπως το ISIS) χρησιμοποιούν ως πρότυπο για τη δική τους εικονοκλαστική δράση κατά των σιιτικών ιερών.

Οι εξελίξεις στο Ιράν δείχνουν πως οι Σιίτες κινδυνεύουν να χάσουν το ισχυρό προπύργιο που δημιούργησαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70, με απρόβλεπτες συνέπειες για τον μουσουλμανικό και τον υπόλοιπο κόσμο.

* Δημοσιογράφος

Πηγή: Social media

Πραγματική ενημέρωση στο
mailbox σας. Χωρίς λογοκρισία.

Σχετικά Άρθρα

ΗΠΑ : Οι επτά πολιτείες που κρίνουν το μέλλον της προεδρίας Τραμπ

Οι κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, οι επτά πολιτείες που κρίνουν τη Γερουσία και οι συνέπειες για την προεδρία Τραμπ.

Ελλάδα – Βουλγαρία: Το όνειδος της μυστικής διπλωματίας

Τελικά τι προβλέπει η Συμφωνία με τη Βουλγαρία, που παρουσιάστηκε ως «ιστορική»; Διαφυλάσσει μόνο τα συμφέροντα της Βουλγαρίας;

Οργανωμένο έγκλημα και νόμιμες επιχειρήσεις

Η υπόθεση του «Χωριάτικο» θέτει κρίσιμα ερωτήματα για το ξέπλυμα χρήματος σε νόμιμες επιχειρήσεις και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών δίωξης

Το έκτρωμα των πλειστηριασμών και η Ευθυμία…

Η μεταμόρφωση του Έλληνα πολίτη σε ζήτουλα επιδομάτων για να επιβιώσει. Και δεν ντρέπονται, γέμισαν το μετρό με διαφημίσεις της κάθε Ευθυμίας

Ο διπλός ο στόχος των ΗΠΑ κατά Ευρώπης και Ρωσίας

Στόχος των ΗΠΑ είναι να βάλουν στο περιθώριο Ευρώπη και Ρωσία ώστε να ασχοληθούν ανενόχλητες με την «κινεζική απειλή»