Οι ομοσπονδιακές εκλογές της Γερμανίας στις 23 Φεβρουαρίου 2025 σηματοδότησαν μια δραματική στροφή στην πολιτική σκηνή της χώρας, με ιστορικά αποτελέσματα που αναδιαμορφώνουν όχι μόνο την εσωτερική πολιτική αλλά και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συντριβή του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) του Όλαφ Σολτς, η εντυπωσιακή άνοδος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) και η δύσκολη εξίσωση για τον σχηματισμό κυβέρνησης υπό την ηγεσία της Χριστιανικής Ένωσης (CDU/CSU) αναδεικνύουν τις προκλήσεις που έχει μπροστά της η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.
Η κάλπη ανέδειξε νικητή τον Φρίντριχ Μερτς και την CDU/CSU, όμως το γεγονός ότι το AfD βρέθηκε στη δεύτερη θέση, για πρώτη φορά σε ομοσπονδιακές εκλογές, αναδεικνύει μια μετατόπιση του γερμανικού εκλογικού σώματος προς τα δεξιά. Από την άλλη, οι Πράσινοι και το FDP πλήρωσαν το κόστος της διακυβέρνησής τους, ενώ η Αριστερά (Die Linke) και η νέα πολιτική πλατφόρμα της Ζάρα Βάγκενκνεχτ (BSW) απέσπασαν σημαντικό ποσοστό δυσαρεστημένων ψηφοφόρων.
Ας δούμε λοιπόν, πώς διαμορφώθηκε το εκλογικό αποτέλεσμα, πώς αντιδρούν τα μεγάλα πολιτικά στρατόπεδα, ποιες είναι οι πιθανές κυβερνητικές συμμαχίες και πώς ερμηνεύουν οι διεθνείς αναλυτές αυτή την πολιτική ανατροπή.
Η καταμέτρηση των ψήφων έδωσε τα εξής αποτελέσματα
| CDU/CSU (Φρίντριχ Μερτς) – 28,6% (+3,4%) |
| AfD (Άλις Βάιντελ & Τίνο Χρουπάλα) – 20,4% (+6,7%) |
| SPD (Όλαφ Σολτς) – 16,2% (-7,1%) [το χειρότερο ποσοστό στην ιστορία του κόμματος] |
| Πράσινοι (Ρικάρντα Λανγκ & Όμιντ Νουριπούρ) – 13% (-4,5%) |
| FDP (Κρίστιαν Λίντνερ) – 6,9% (-2,2%) |
| Die Linke (Χάιντι Ράιχινεκ) – 8,5% (+3,6%) |
| BSW (Ζάρα Βάγκενκνεχτ) – 4,8% [δεν μπήκε στη Βουλή λόγω του ορίου του 5%] |
| Άλλα κόμματα – 2,6% |
| * Η συμμετοχή των ψηφοφόρων έφτασε το 84%, το υψηλότερο ποσοστό από την επανένωση της Γερμανίας, γεγονός που καταδεικνύει την ένταση και τη σημασία αυτών των εκλογών. |
Οι μεγάλες πολιτικές μετατοπίσεις
Η μεγαλύτερη ανατροπή αυτών των εκλογών ήταν η άνοδος του ακροδεξιού AfD, που κατέγραψε το ισχυρότερο ποσοστό στην ιστορία του. Το AfD κατάφερε να κερδίσει ψήφους σε ανατολικές και δυτικές περιοχές, ειδικά μεταξύ των νεότερων ηλικιών και των εργαζόμενων τάξεων, εκμεταλλευόμενο τη λαϊκή δυσαρέσκεια για την οικονομία, τη μετανάστευση και την πολιτική των Πρασίνων.
Η χρήση των κοινωνικών δικτύων έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην εκλογική του επιτυχία. Η Άλις Βάιντελ, για παράδειγμα, απέκτησε σχεδόν 900.000 ακολούθους στο TikTok, ένα κοινό που προσέλκυσε με αντι-συστημική ρητορική και μηνύματα εναντίον της πολιτικής ελίτ.
Παρότι τα παραδοσιακά κόμματα αρνούνται να συνεργαστούν με το AfD, η παρουσία του ως δεύτερης πολιτικής δύναμης περιπλέκει τη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης και δείχνει μια σημαντική πολιτική μετατόπιση στη Γερμανία.
Το SPD κατέγραψε το χειρότερο ποσοστό της ιστορίας του, με την ηγεσία του Όλαφ Σολτς να αμφισβητείται πλέον ανοιχτά. Οι Γερμανοί ψηφοφόροι τιμώρησαν το κόμμα για τη συμμετοχή του στον κυβερνητικό συνασπισμό και για την αδυναμία του να αντιμετωπίσει τη ραγδαία αύξηση του κόστους ζωής. Πλέον, το SPD κινδυνεύει να μπει σε μια παρατεταμένη κρίση ηγεσίας.
Οι Πράσινοι πλήρωσαν το κόστος της κυβερνητικής τους θητείας, χάνοντας σχεδόν 4,5%, καθώς πολλοί ψηφοφόροι τους απογοητεύτηκαν από τις συμβιβαστικές πολιτικές τους. Το FDP, από την άλλη, δεν κατάφερε να πείσει τους οικονομικά φιλελεύθερους ψηφοφόρους και έχασε έδαφος προς το CDU και την AfD.
Ποιος θα κυβερνήσει;
Η νίκη του CDU/CSU δεν αρκεί για αυτοδυναμία, επομένως απαιτούνται συνεργασίες.
Οι βασικές επιλογές είναι:
Συνασπισμός CDU-SPD (Μεγάλος Συνασπισμός) – Σταθερή επιλογή, αλλά το SPD είναι διστακτικό μετά τη βαριά ήττα του.
Συνασπισμός CDU-FDP-Πράσινοι (Συνασπισμός της Τζαμάικας) – Δύσκολο λόγω των μεγάλων διαφορών CDU-Πράσινων.
Μειοψηφική κυβέρνηση CDU με υποστήριξη του FDP ή άλλων κομμάτων – Ρίσκο που είναι καταδικασμένο να οδηγήσει σε πλήρη πολιτική αστάθεια, αργά ή γρήγορα.
Η είσοδος του AfD στη Βουλή σε τόσο ισχυρή θέση αποκλείει παραδοσιακές πλειοψηφίες, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα διακυβέρνησης.
Οι διεθνείς αντιδράσεις
Η εκλογική ανατροπή της 23ης Φεβρουαρίου δεν αφορά μόνο τη Γερμανία. Οι επιπτώσεις της αγγίζουν ολόκληρη την Ευρώπη και τις διεθνείς σχέσεις.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, συνεχάρη τον Φρίντριχ Μερτς, αποκαλώντας τη νίκη του CDU/CSU “μεγάλη επιτυχία για τη Γερμανία και τις ΗΠΑ”. Παράλληλα, χαρακτήρισε το AfD “ένα κόμμα που λέει αλήθειες”, προκαλώντας αντιδράσεις στη Γερμανία.
Αντίθετα, ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, δήλωσε ότι “η άνοδος της ακροδεξιάς στη Γερμανία αποτελεί κίνδυνο για το ευρωπαϊκό εγχείρημα”. Η κυβέρνηση του Παρισιού ανησυχεί ότι η πολιτική αβεβαιότητα στο Βερολίνο μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες εντός της Ε.Ε.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάλεσε τη Γερμανία να “διασφαλίσει τη σταθερότητα και την προσήλωσή της στις ευρωπαϊκές αξίες”.
Από την άλλη, η Μόσχα, μέσω του υπουργείου Εξωτερικών, δήλωσε ότι “το αποτέλεσμα δείχνει τη δυσαρέσκεια των Γερμανών πολιτών προς τις κυρώσεις και τις πολιτικές της Ε.Ε. έναντι της Ρωσίας”. Στο ίδιο μήκος κύματος σχεδόν και το κινεζικό κρατικό πρακτορείο Xinhua αναφέρθηκε στο AfD ως “ένα κόμμα που αντιτίθεται στον οικονομικό πόλεμο κατά της Κίνας”, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο προσέγγισης.
Άλλη πλέον η ρότα της ΕΕ
Τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών της 23ης Φεβρουαρίου 2025 δεν είναι απλώς ένα εσωτερικό πολιτικό γεγονός· είναι μια σεισμική δόνηση που σαρώνει το σύνολο του ευρωπαϊκού πολιτικού τοπίου. Η ανατροπή του πολιτικού status quo στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης προμηνύει μια νέα, πιο ασταθή και ρευστή εποχή, γεμάτη αβεβαιότητες, αλλά και σκληρές αναμετρήσεις για την κατεύθυνση που θα πάρει η χώρα και, κατ’ επέκταση, η ΕΕ.
Η άνοδος της ακροδεξιάς σε επίπεδα πρωτόγνωρα για τη Γερμανία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σηματοδοτεί μια βαθιά κοινωνική και πολιτική μετατόπιση. Οι πολίτες απέρριψαν τον κυβερνητικό συνασπισμό της τριετίας και έστειλαν ένα ηχηρό μήνυμα αποδοκιμασίας προς το πολιτικό κατεστημένο. Το AfD, το οποίο μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν περιθωριακή πολιτική δύναμη, αναδεικνύεται σε κεντρικό παίκτη, ακόμα κι αν οι υπόλοιπες δυνάμεις αρνούνται οποιαδήποτε συνεργασία μαζί του.
Από την άλλη, ο Φρίντριχ Μερτς και η Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU) βρίσκονται τώρα μπροστά σε μια τιτάνια αποστολή: να σχηματίσουν κυβέρνηση σε ένα τοπίο όπου κανείς δεν μπορεί να κυβερνήσει εύκολα. Τα σενάρια είναι περιορισμένα και όλα έχουν το τίμημά τους. Αν επιλέξει τον “Μεγάλο Συνασπισμό” με το SPD, ρισκάρει να αναστήσει ένα μοντέλο διακυβέρνησης που έχει κουράσει τους Γερμανούς ψηφοφόρους. Αν στραφεί προς τους Πράσινους και το FDP, θα πρέπει να ισορροπήσει μεταξύ αντικρουόμενων πολιτικών ατζέντων. Αν επιχειρήσει να κυβερνήσει με μειοψηφία, η Γερμανία κινδυνεύει να εισέλθει σε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας, άγνωστη για τα δεδομένα της μεταπολεμικής ιστορίας της.
Η Ευρώπη κρατάει την ανάσα της. Το Παρίσι και οι Βρυξέλλες ανησυχούν για την άνοδο της ακροδεξιάς, την πολιτική αβεβαιότητα και τις πιθανές επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή συνοχή. Ο Μακρόν βλέπει τον δικό του πολιτικό χώρο να απειλείται από μια παρόμοια δυναμική στη Γαλλία, ενώ ο Τραμπ από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού βλέπει τις εξελίξεις ως ευνοϊκές για τη δική του ατζέντα, προωθώντας έναν πιο απομονωτικό και εθνικιστικό δρόμο για τη Δύση.
Το Βερολίνο βρίσκεται μπροστά στο μεγαλύτερο δίλημμα της σύγχρονης ιστορίας του: είτε θα κατορθώσει να διαμορφώσει μια κυβέρνηση που θα μπορέσει να εγγυηθεί σταθερότητα και ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη, είτε θα εισέλθει σε μια φάση πολιτικής αποσταθεροποίησης, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ίδια και για όλη την ήπειρο. Οι αποφάσεις των επόμενων εβδομάδων θα καθορίσουν αν η Γερμανία θα παραμείνει η ατμομηχανή της Ευρώπης ή αν θα γίνει το νέο πολιτικό πεδίο μάχης που θα αλλάξει για πάντα τη μορφή της Ένωσης.
Μια νέα πολιτική εποχή μόλις ξεκίνησε. Και δεν θα είναι ήρεμη.
Ζ.Χ.



