Έντεκα δισεκατομμύρια εξακόσια εκατομμύρια δολάρια. Τόσο εκτιμάται ότι θα φτάσουν οι συνολικές δαπάνες για πολιτικές διαφημίσεις στις ΗΠΑ κατά τη διετία 2025–2026, με επίκεντρο τις ενδιάμεσες εκλογές. Πρόκειται για ποσό μεγαλύτερο ακόμη και από εκείνο των προεδρικών εκλογών του 2024.. Η δυνατότητα επηρεασμού των εκλογών συγκεντρώνεται ολοένα περισσότερο στα χέρια μιας μικρής ομάδας δισεκατομμυριούχων, επιχειρήσεων και οργανώσεων που διαθέτουν τεράστιους οικονομικούς πόρους.
Η εκτίμηση της AdImpact, εταιρείας που ειδικεύεται στην καταγραφή της πολιτικής διαφήμισης, αφορά αποκλειστικά τις διαφημιστικές δαπάνες. Το αντίστοιχο ποσό στις ενδιάμεσες εκλογές του 2022 ήταν 8,9 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ στον εκλογικό κύκλο του 2024 έφτασε τα 11,2 δισεκατομμύρια. Η προβλεπόμενη αύξηση αποτυπώνει την κλιμάκωση μιας εκλογικής αντιπαράθεσης στην οποία τα τηλεοπτικά δίκτυα, οι ψηφιακές πλατφόρμες και οι εταιρείες πολιτικής επικοινωνίας διαχειρίζονται μια τεράστια αγορά.
Μόνο για τις τηλεοπτικές διαφημίσεις στους παραδοσιακούς σταθμούς προβλέπονται δαπάνες 5,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Άλλα 2,7 δισεκατομμύρια κατευθύνονται στις τηλεοράσεις που συνδέονται με διαδικτυακές πλατφόρμες, ενώ περίπου 1,6 δισεκατομμύρια προβλέπεται να απορροφήσουν μεγάλες ψηφιακές υπηρεσίες. Το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι μια εκλογική διαδικασία στην οποία η πρόσβαση στην προσοχή των ψηφοφόρων αποκτά ολοένα υψηλότερο οικονομικό κόστος.
Η πολιτική στα χέρια των σαράντα
Τα στοιχεία του Brennan Center for Justice, ερευνητικού οργανισμού της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, αποκαλύπτουν την ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση της εκλογικής χρηματοδότησης σε λίγα χέρια. Μόλις σαράντα από τους μεγαλύτερους δωρητές είχαν διαθέσει περισσότερα από 2,4 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου. Το ποσό είναι οκταπλάσιο από εκείνο που είχαν προσφέρει οι σαράντα μεγαλύτεροι χρηματοδότες στις αντίστοιχες εκλογές του 2014, ακόμη και μετά την προσαρμογή στον πληθωρισμό.
Το 2014, μια δωρεά περίπου 2,3 εκατομμυρίων δολαρίων, σε σημερινές τιμές, αρκούσε για να κατατάξει κάποιον στους σαράντα μεγαλύτερους χρηματοδότες. Το 2026, το ελάχιστο ποσό για την είσοδο σε αυτή την κλειστή λέσχη έχει εκτοξευθεί στα 25 εκατομμύρια δολάρια». Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική όταν εξετάσει κανείς ποιοι βρίσκονται πίσω από τα ποσά.
Ο Έλον Μασκ βρίσκεται στην κορυφή της λίστας των μεγαλύτερων χρηματοδοτών των φετινών αμερικανικών εκλογών με δωρεές εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων προς οργανώσεις που υποστηρίζουν τους Ρεπουμπλικανούς. Στον κατάλογο των μεγάλων δωρητών περιλαμβάνονται επίσης ο Μάικλ Μπλούμπεργκ, ο Τζορτζ Σόρος και επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στην τεχνολογία.
Η κατανομή των χρημάτων δεν είναι ισορροπημένη. Σύμφωνα με το Brennan Center, οι σαράντα μεγαλύτεροι δωρητές που υποστηρίζουν αποκλειστικά τους Ρεπουμπλικανούς είχαν προσφέρει περίπου 1,5 δισεκατομμύριο δολάρια, ποσό υπερτριπλάσιο από τη χρηματοδότηση των αντίστοιχων μεγάλων δωρητών των Δημοκρατικών.
Ωστόσο, η εξάρτηση από μεγάλες ιδιωτικές δωρεές αφορά και τα δύο κόμματα. Οι οργανώσεις που συνδέονται με την ηγεσία τους αξιοποιούν παρόμοιους μηχανισμούς συγκέντρωσης κεφαλαίων.

Από τα συνδικάτα στα κρυπτονομίσματα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αλλαγή στη σύνθεση των μεγάλων χρηματοδοτών. Πριν από μία δεκαετία, τα εργατικά συνδικάτα συγκαταλέγονταν στους μεγαλύτερους χρηματοδότες των αμερικανικών εκλογών. Το 2026 δεν εμφανίζονται πλέον στην ομάδα των σαράντα. Αντίθετα, έχουν ενισχυθεί οι επιχειρήσεις κρυπτονομισμάτων, τεχνητής νοημοσύνης και διαδικτυακών τυχερών παιχνιδιών.
Μόνο τα συμφέροντα που συνδέονται με τα κρυπτονομίσματα αντιπροσωπεύουν περίπου το 13% της χρηματοδότησης των σαράντα μεγαλύτερων δωρητών. Οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις έχουν άμεσο ενδιαφέρον για τη διαμόρφωση των κανόνων που θα διέπουν τις δραστηριότητές τους.
Εξίσου χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης. Σύμφωνα με ανάλυση των New York Times, πολιτικές οργανώσεις που συνδέονται με την OpenAI και την Anthropic είχαν δαπανήσει συνολικά περίπου 55,7 εκατομμύρια δολάρια έως τις αρχές Οκτωβρίου, κυρίως σε εσωκομματικές αναμετρήσεις.
Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Σε πολλές από αυτές τις περιφέρειες η επικράτηση του ενός ή του άλλου κόμματος θεωρείται σχεδόν δεδομένη. Η ουσιαστική μάχη αφορά το ποιος υποψήφιος θα εκπροσωπήσει το κόμμα και ποιες θέσεις θα υποστηρίξει για τη ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης. Έτσι, η οικονομική παρέμβαση μεταφέρεται ακόμη πιο κοντά στο στάδιο επιλογής των ίδιων των υποψηφίων.
Το χρήμα χωρίς όνομα
Το θεσμικό υπόβαθρο αυτής της εξέλιξης διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό το 2010, με την απόφαση Citizens United του Ανώτατου Δικαστηρίου. Η απόφαση περιόρισε τη δυνατότητα του κράτους να απαγορεύει ανεξάρτητες πολιτικές δαπάνες επιχειρήσεων και συνδικάτων.
Σε συνδυασμό με μεταγενέστερες δικαστικές αποφάσεις, δημιουργήθηκε το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν οι λεγόμενες super PACs, επιτροπές πολιτικής χρηματοδότησης που μπορούν να συγκεντρώνουν απεριόριστα ποσά για ανεξάρτητες εκλογικές παρεμβάσεις.
Τυπικά, δεν επιτρέπεται να χρηματοδοτούν απευθείας υποψηφίους ούτε να συντονίζουν τις ανεξάρτητες δαπάνες τους με τις προεκλογικές εκστρατείες. Οι περιορισμοί στις απευθείας δωρεές προς τους υποψηφίους εξακολουθούν να ισχύουν.
Ωστόσο, οι οργανώσεις αυτές μπορούν να αγοράζουν διαφημίσεις, να χρηματοδοτούν πολιτικές επιθέσεις και να επηρεάζουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι εκλογικές επιλογές.
Υπάρχει βέβαια και ένα πρόσθετο πρόβλημα. Η αδιαφάνεια. Το Brennan Center υπολογίζει ότι οργανώσεις που αποκρύπτουν την ταυτότητα των πραγματικών χρηματοδοτών τους είχαν διοχετεύσει 699 εκατομμύρια δολάρια μόνο μέσα από την ομάδα των σαράντα μεγαλύτερων δωρητών, μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου.
Πρόκειται για ποσό δεκατρείς φορές μεγαλύτερο από το αντίστοιχο του 2014. Αυτές οι αδιαφανείς χρηματοδοτήσεις αντιπροσωπεύουν πλέον το 29% των χρημάτων της συγκεκριμένης ομάδας μεγάλων δωρητών. Η ύπαρξη αυτών των μηχανισμών σημαίνει ότι οι ψηφοφόροι δεν γνωρίζουν πάντοτε ποιος βρίσκεται πίσω από μια πολιτική διαφήμιση ή μια οργανωμένη εκστρατεία επιρροής.

Η ισότητα της ψήφου και η ανισότητα του χρήματος
Οι υπερασπιστές του υφιστάμενου συστήματος υποστηρίζουν ότι οι ανεξάρτητες πολιτικές δαπάνες αποτελούν μορφή ελευθερίας της έκφρασης. Επισημαίνουν επίσης ότι οι δωρεές και οι διαφημίσεις δεν εξασφαλίζουν αυτομάτως εκλογικές νίκες.
Αυτή η διάκριση είναι ουσιαστική. Η οικονομική επιρροή δεν ισοδυναμεί με άμεσο έλεγχο της ψήφου ούτε αποδεικνύει από μόνη της παράνομη συναλλαγή ανάμεσα σε χρηματοδότες και πολιτικούς.
Αλλά η συζήτηση για την ισότητα στην πολιτική εκπροσώπηση δεν εξαντλείται στην καταμέτρηση των ψηφοδελτίων. Όταν σαράντα μεγάλοι χρηματοδότες διαθέτουν 2,4 δισεκατομμύρια δολάρια για να επηρεάσουν τις εκλογές, η οικονομική τους δυνατότητα παρέμβασης απέχει τεράστια από εκείνη του μέσου πολίτη. Μπορούν να χρηματοδοτούν διαρκώς πολιτικά μηνύματα, να ενισχύουν συγκεκριμένες υποψηφιότητες και να προβάλλουν τις νομοθετικές προτεραιότητές τους.
Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 προσφέρουν, επομένως, ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό παράδειγμα της σχέσης ανάμεσα στο χρήμα και στην πολιτική εξουσία στις ΗΠΑ. Η ψήφος παραμένει τυπικά ισότιμη. Η δυνατότητα, όμως, να διαμορφωθούν οι επιλογές που φτάνουν μπροστά στον ψηφοφόρο κατανέμεται όλο και πιο άνισα. Και όσο αυξάνεται η οικονομική συγκέντρωση στην εκλογική διαδικασία, τόσο πιο επιτακτικό γίνεται το ερώτημα ποια συμφέροντα αποκτούν προνομιακή πρόσβαση στους ανθρώπους που θα νομοθετήσουν για λογαριασμό όλων.



