Το Κάνσας εξέλεξε Δημοκρατικό γερουσιαστή για πρώτη φορά από το 1932. Το Τέξας έσπασε μια παράδοση σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών, ενώ ακόμη και η βαθιά συντηρητική Νότια Καρολίνα απέρριψε την υποψήφια που είχε επιλέξει ο Ντόναλντ Τραμπ. Η έκταση της ήττας των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου ξεπέρασε τις προβλέψεις και ανέτρεψε πολιτικούς συσχετισμούς που θεωρούνταν σχεδόν αμετάβλητοι.
Οι Δημοκρατικοί ανακατέλαβαν τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, εξασφαλίζοντας τη δυνατότητα να εμποδίσουν σημαντικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες και να ασκήσουν ουσιαστικότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο. Ωστόσο, η μεγαλύτερη πολιτική σημασία του αποτελέσματος βρίσκεται αλλού. Η ήττα του Τραμπ ανοίγει μια περίοδο ανακατατάξεων και στα δύο μεγάλα κόμματα, με επίκεντρο την πολιτική φυσιογνωμία τους και την προεδρική αναμέτρηση του 2028.
Για τους Ρεπουμπλικανούς, τίθεται πλέον το ερώτημα εάν ο τραμπισμός μπορεί να επιβιώσει εκλογικά χωρίς την προσωπική παρουσία του ιδρυτή του. Για τους Δημοκρατικούς, η εντυπωσιακή νίκη δημιουργεί μια διαφορετική πρόκληση. Να μετατρέψουν την απόρριψη του Τραμπ σε πειστική πολιτική πρόταση, την οποία μέχρι τώρα δυσκολεύονταν να διαμορφώσουν.
Η οικονομική υπόσχεση που κατέρρευσε
Η πρώτη εξήγηση για το εκλογικό αποτέλεσμα βρίσκεται στην οικονομία. Σύμφωνα με τις μετεκλογικές έρευνες, σχεδόν εννέα στους δέκα ψηφοφόρους θεωρούσαν το κόστος ζωής σημαντικό ή καθοριστικό κριτήριο για την ψήφο τους. Ο Τραμπ είχε επιστρέψει στον Λευκό Οίκο το 2024 υποσχόμενος χαμηλότερες τιμές, οικονομική ασφάλεια και αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης των αμερικανικών νοικοκυριών. Δύο χρόνια αργότερα, η ακρίβεια παρέμενε κυρίαρχη κοινωνική ανησυχία, ενώ οι δασμοi και οι συνέπειες του πολέμου με το Ιράν είχαν επιβαρύνει την οικονομική κατάσταση.
Η δυσαρέσκεια επεκτάθηκε σε περιοχές που είχαν υποστηρίξει αποφασιστικά τον Τραμπ. Οι Δημοκρατικοί βελτίωσαν τις επιδόσεις τους σε εύπορες και φτωχότερες κομητείες, σε περιοχές με υψηλό μορφωτικό επίπεδο αλλά και σε κοινότητες εργαζομένων που είχαν απομακρυνθεί από το κόμμα.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της κομητείας Σιούαρντ στο Κάνσας, όπου περίπου οι μισοί ψηφοφόροι είναι ισπανόφωνοι. Ο Τραμπ είχε επικρατήσει εκεί το 2024 με διαφορά 39 μονάδων. Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, ο Δημοκρατικός υποψήφιος για τη Γερουσία Άνταμ Χάμιλτον προηγήθηκε κατά 13 μονάδες.
Αυτή η μετατόπιση έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Τραμπ είχε καταφέρει να διευρύνει την εκλογική βάση των Ρεπουμπλικανών προσελκύοντας εργαζομένους, νεότερους και ισπανόφωνους ψηφοφόρους που παραδοσιακά βρίσκονταν πιο κοντά στους Δημοκρατικούς. Το αποτέλεσμα δείχνει ότι ένα σημαντικό τμήμα αυτής της συμμαχίας δεν απέκτησε σταθερούς δεσμούς με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Στην οικονομική δυσαρέσκεια προστέθηκαν οι αντιδράσεις στον πόλεμο με το Ιράν, στην πολιτική των ομοσπονδιακών υπηρεσιών μετανάστευσης και στις καταγγελίες για διαφθορά και σύγκρουση οικονομικών συμφερόντων. Η ήττα αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή οι Ρεπουμπλικανοί είχαν επιχειρήσει να ενισχύσουν τις εκλογικές τους προοπτικές αλλάζοντας τα όρια εκλογικών περιφερειών προς όφελός τους σε πολιτείες που ελέγχουν. Η προσπάθεια απέδωσε πολύ λιγότερο από όσο υπολόγιζαν. Στη Φλόριντα, για παράδειγμα, οι Δημοκρατικοί επικράτησαν σε τρεις περιφέρειες των οποίων τα όρια είχαν τροποποιηθεί προς όφελος των Ρεπουμπλικανών.
Οι Δημοκρατικοί και η μάχη για την πολιτική τους ταυτότητα

Η εκλογική νίκη των Δημοκρατικών αναδεικνύει ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Το κόμμα επικράτησε με υποψηφίους που εκπροσωπούν διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις, χωρίς να έχει επικρατήσει μία ενιαία αντίληψη για το μέλλον του. Στο Τέξας, ο Τζέιμς Ταλαρίκο πέτυχε μια ιστορική νίκη απέναντι στον Ρεπουμπλικάνο Κεν Πάξτον. Ο 37χρονος πρώην εκπαιδευτικός και πολιτειακός βουλευτής επιχείρησε να συνδυάσει την κριτική στην οικονομική ανισότητα και στην πολιτική διαφθορά με έναν λόγο ικανό να προσεγγίσει μετριοπαθείς και θρησκευόμενους ψηφοφόρους.
Η επιτυχία του ενισχύει την άποψη ότι οι Δημοκρατικοί μπορούν να διευρύνουν την επιρροή τους χωρίς να εγκαταλείψουν την κοινωνική τους ατζέντα, εφόσον καταφέρουν να επικοινωνήσουν με ακροατήρια που είχαν απομακρυνθεί από το κόμμα. Στο Μίσιγκαν, η νίκη του Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ απέναντι στον Ρεπουμπλικάνο Μάικ Ρότζερς αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική επιτυχία της προοδευτικής πτέρυγας των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών του DSA.
Ο πρώην επικεφαλής των υπηρεσιών δημόσιας υγείας του Ντιτρόιτ είχε επικρατήσει στις προκριματικές εκλογές απέναντι στη μετριοπαθή Χέιλι Στίβενς, παρά τις μεγάλες δαπάνες εξωτερικών οργανώσεων υπέρ της αντιπάλου του. Η εκστρατεία του επικεντρώθηκε στη δημόσια υγειονομική περίθαλψη, στην οικονομική ανισότητα και στην απομάκρυνση του μεγάλου χρήματος από την πολιτική.
Η εκλογή του σε μια πολιτεία που είχε ψηφίσει τον Τραμπ το 2024 προσφέρει ένα σοβαρό επιχείρημα σε όσους υποστηρίζουν ότι μια σαφώς προοδευτική πολιτική πρόταση μπορεί να κερδίσει και πέρα από τα παραδοσιακά προπύργια των Δημοκρατικών. Η νίκη του Σέροντ Μπράουν στο Οχάιο ενισχύει μια συγγενική, αλλά διαφορετική πολιτική παράδοση. Ο πρώην γερουσιαστής έχει συνδέσει την παρουσία του με τα συνδικάτα, τη βιομηχανική εργασία και την υπεράσπιση περιοχών που επλήγησαν από την αποβιομηχάνιση. Η επιστροφή του στη Γερουσία, σε μια πολιτεία που ο Τραμπ κέρδισε τρεις φορές, επαναφέρει στο προσκήνιο τη δυνατότητα των Δημοκρατικών να απευθυνθούν στην εργατική τάξη με συγκεκριμένα οικονομικά αιτήματα.
Από την άλλη πλευρά, η επικράτηση του πρώην κυβερνήτη Ρόι Κούπερ στη Βόρεια Καρολίνα επιβεβαιώνει την εκλογική απήχηση μιας πιο μετριοπαθούς προσέγγισης. Οι διαφορετικές αυτές επιτυχίες εξηγούν γιατί η συζήτηση για το μέλλον των Δημοκρατικών παραμένει ανοιχτή. Η προοδευτική πτέρυγα αποκτά νέα επιχειρήματα, αλλά η κομματική ηγεσία μπορεί επίσης να επικαλεστεί τις νίκες υποψηφίων που επιδίωξαν ευρύτερες πολιτικές συμμαχίες.
Η αναμέτρηση αφορά και τα πρόσωπα που θα διεκδικήσουν την προεδρική υποψηφιότητα το 2028. Οι επανεκλογή του κυβερνήτη της Πενσιλβάνια Τζος Σαπίρο και του κυβερνήτη του Μέριλαντ Γουές Μουρ ενισχύουν την παρουσία δύο πολιτικών που θεωρούνται πιθανοί διεκδικητές της. Ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας Γκάβιν Νιούσομ παραμένει επίσης κεντρικό πρόσωπο της εσωκομματικής συζήτησης.
Παράλληλα, οι επιτυχίες προοδευτικών υποψηφίων ενισχύουν την πολιτική επιρροή της πτέρυγας που συνδέεται με τον Μπέρνι Σάντερς, την Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές και τον δήμαρχο της Νέας Υόρκης Ζόραν Μαντάνι. Ομως και οι εκπρόσωποι του κομματικού μηχανισμού βγαίνουν ενισχυμένοι. Ο Τσακ Σούμερ, που είχε δεχθεί έντονη κριτική από την προοδευτική πτέρυγα, επιστρέφει στην ηγεσία της πλειοψηφίας της Γερουσίας, ενώ ο Χακίμ Τζέφρις βρίσκεται πλέον σε θέση να αναλάβει την προεδρία της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Οι εκλογικές επιτυχίες δεν εξαλείφουν τις πολιτικές αντιθέσεις. Οι Δημοκρατικοί εξακολουθούν να έχουν διαφορετικές απαντήσεις για την υγειονομική περίθαλψη, τη φορολογία των μεγάλων περιουσιών, την εξωτερική πολιτική και τη σχέση τους με τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα.
Το πρόβλημα της διαδοχής στους Ρεπουμπλικανούς
Για τον Τραμπ, η ήττα έχει μια πρόσθετη πολιτική διάσταση. Αρκετοί από τους υποψηφίους που υποστήριξε προσωπικά απέτυχαν να επικρατήσουν, ακόμη και σε πολιτείες όπου οι Ρεπουμπλικανοί θεωρούσαν μέχρι πρόσφατα τη νίκη σχεδόν εξασφαλισμένη. Στο Τέξας, ο Κεν Πάξτον ηττήθηκε από τον Ταλαρίκο. Στη Βόρεια Καρολίνα, ο Μάικλ Γουάτλι έχασε από τον Κούπερ. Στη Νότια Καρολίνα, η Ντάρλιν Γκράχαμ δεν κατάφερε να επικρατήσει της Δημοκρατικής Άνι Άντριους.
Οι ήττες αυτές θέτουν υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα ενός συστήματος επιλογής υποψηφίων στο οποίο η προσωπική αφοσίωση στον πρόεδρο έχει αποκτήσει καθοριστική σημασία. Ο ίδιος ο Τραμπ επιχείρησε ήδη να αποσυνδέσει το αποτέλεσμα από την προσωπική του επιρροή, υποστηρίζοντας ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα είχαν κερδίσει εάν βρισκόταν ο ίδιος στο ψηφοδέλτιο.
Η εξήγηση αυτή αποκαλύπτει και ένα πραγματικό πρόβλημα του κόμματος. Ο Τραμπ έχει καταφέρει να κινητοποιήσει ένα εκλογικό ακροατήριο που δεν ανταποκρίνεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο όταν καλείται να ψηφίσει άλλους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους.
Αλλά υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα. Ο τραμπισμός υποσχέθηκε προστασία των Αμερικανών εργαζομένων από τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, περιορισμό των ξένων στρατιωτικών επεμβάσεων και αποκατάσταση της οικονομικής ευημερίας. Οι δασμοί, η ακρίβεια και ο πόλεμος με το Ιράν έχουν πλήξει την αξιοπιστία αυτών των υποσχέσεων. Η επόμενη ημέρα των Ρεπουμπλικανών θα καθοριστεί επομένως από τη σύγκρουση ανάμεσα σε όσους επιμένουν στη συνέχιση της πολιτικής του Τραμπ και σε εκείνους που θεωρούν ότι ορισμένες επιλογές του έχουν αρχίσει να κοστίζουν εκλογικά στο κόμμα
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς παραμένει ένα από τα κεντρικά πρόσωπα αυτής της συζήτησης. Εκπροσωπεί την εθνικιστική και λαϊκιστική πτέρυγα, με έμφαση στον προστατευτισμό, στην αντιμεταναστευτική πολιτική και στον κοινωνικό συντηρητισμό. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο προέρχεται από μια διαφορετική παράδοση του αμερικανικού συντηρητισμού, με μεγαλύτερη έμφαση στην παραδοσιακή εξωτερική πολιτική των Ρεπουμπλικανών, αν και έχει προσαρμοστεί σε σημαντικό βαθμό στις επιλογές του Τραμπ.
Η ήττα μπορεί να ενισχύσει επίσης τις φιλοδοξίες άλλων στελεχών, όπως ο κυβερνήτης της Φλόριντα Ρον ΝτεΣάντις, που έχουν επιχειρήσει κατά καιρούς να διαμορφώσουν μια πολιτική ταυτότητα συγγενική με τον τραμπισμό αλλά λιγότερο εξαρτημένη από τον ίδιο τον πρόεδρο.
Προς το παρόν, όμως, δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ο Τραμπ χάνει τον εσωκομματικό έλεγχο. Η πολιτική του επιρροή παραμένει μεγάλη και οι επίδοξοι διάδοχοί του εξακολουθούν να υπολογίζουν τη στάση του. Η ήττα μπορεί να επιταχύνει τη διαδοχή, χωρίς να αποδυναμώσει αναγκαστικά τις ιδέες που κυριάρχησαν στο κόμμα την τελευταία δεκαετία.
Η επόμενη μέρα
Η εκλογική ανατροπή προσφέρει στους Δημοκρατικούς τον έλεγχο του Κογκρέσου, αλλά τους επιβάλλει και μια νέα ευθύνη. Η πλειοψηφία των Αμερικανών που αποδοκίμασε τον Τραμπ δεν έχει κατ’ ανάγκην συμφωνήσει σε ένα κοινό πρόγραμμα για την οικονομία, την κοινωνική πολιτική και τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ.
Οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να αποδείξουν ότι μπορούν να ανταποκριθούν στις οικονομικές προσδοκίες που οδήγησαν πολλούς ψηφοφόρους να εγκαταλείψουν τους Ρεπουμπλικανούς. Διαφορετικά, η κοινωνική δυσαρέσκεια που έφερε τη δική τους νίκη μπορεί να στραφεί και εναντίον τους.
Για τους Ρεπουμπλικανούς, η πρόκληση είναι ακόμη πιο σύνθετη. Το κόμμα που αναδιαμόρφωσε ο Τραμπ πρέπει να προετοιμαστεί για την αποχώρησή του από την προεδρία, χωρίς να διαθέτει ακόμη μια σαφή απάντηση για το τι θα ακολουθήσει. Οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου έδειξαν ότι η πολιτική κυριαρχία του Τραμπ έχει όρια. Δεν απέδειξαν ότι οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που τον ανέδειξαν έχουν εξαφανιστεί.
Το αποτέλεσμα μπορεί να σηματοδοτεί την αρχή του τέλους της προσωπικής κυριαρχίας του Τραμπ. Το εάν θα αποτελέσει και την αρχή της υποχώρησης του τραμπισμού θα εξαρτηθεί από μια μάχη που μόλις ανοίγει. Και σε αυτή τη μάχη οι Δημοκρατικοί δεν αρκεί να περιμένουν την αποτυχία του αντιπάλου τους. Θα χρειαστεί να πείσουν ότι έχουν τη δική τους απάντηση στις κοινωνικές συνθήκες που τον έφεραν στην εξουσία.



