ΗΠΑ – Κίνα : Η αξία μιας συνόδου που δεν λύνει τίποτα

Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ συναντώνται για τρίτη φορά μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο και κανείς δεν περιμένει να λύσουν κάποιο από τα μεγάλα προβλήματα που χωρίζουν τις δύο χώρες. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η σύνοδος είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Στη νέα φάση του ανταγωνισμού ΗΠΑ και Κίνας, η επιτυχία μπορεί να μετριέται περισσότερο με τις κρίσεις που αποφεύχθηκαν παρά με τις συμφωνίες που υπογράφηκαν.

Ταϊβάν, ημιαγωγοί, τεχνητή νοημοσύνη, δασμοί και κρίσιμες πρώτες ύλες θα εξακολουθήσουν να χωρίζουν τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη και μετά τη συνάντηση της Πέμπτης. Το πιθανότερο άμεσο αποτέλεσμα είναι πολύ πιο περιορισμένο: παράταση της εμπορικής ανακωχής και διατήρηση ενός πλαισίου στο οποίο ο ανταγωνισμός μπορεί να συνεχίζεται χωρίς κάθε νέα διαφωνία να προκαλεί ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Και αυτό δεν είναι λίγο. Η εμπειρία των τελευταίων δύο ετών έχει δείξει πόσο δαπανηρή μπορεί να γίνει μια μετωπική σύγκρουση και για τις δύο πλευρές. Όταν ο Τραμπ εξαπέλυσε τον νέο εμπορικό πόλεμο το 2025, το Πεκίνο δεν υποχώρησε. Απάντησε στους αμερικανικούς δασμούς και στη συνέχεια χρησιμοποίησε ένα πολύ αποτελεσματικότερο όπλο, περιορίζοντας τις εξαγωγές σπάνιων γαιών και μαγνητών που είναι απαραίτητοι από την αυτοκινητοβιομηχανία και τα ηλεκτρονικά μέχρι την αμυντική βιομηχανία.

Η Κίνα ελέγχει περίπου το 70% της παγκόσμιας εξόρυξης σπάνιων γαιών και περισσότερο από το 85% της επεξεργασίας και παραγωγής τους. Η κυβέρνηση Τραμπ διαπίστωσε έτσι ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν αποτελεί μόνο κινεζική αδυναμία. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως μέσο πίεσης προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Το κόστος της κλιμάκωσης

Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να δημιουργήσει εναλλακτικές αλυσίδες εφοδιασμού, αλλά αυτό απαιτεί χρόνια. Μέχρι τότε, οποιαδήποτε νέα μεγάλη επίθεση εναντίον του κινεζικού εμπορίου ή της τεχνολογίας συνοδεύεται από τον κίνδυνο αντιποίνων.

Το ίδιο ισχύει όμως και για το Πεκίνο. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντικούς μοχλούς πίεσης στην προηγμένη τεχνολογία, ιδιαίτερα στους ημιαγωγούς, ενώ η κινεζική οικονομία αντιμετωπίζει κρίση ακινήτων, ασθενή εσωτερική ζήτηση και υψηλή ανεργία των νέων. Μια νέα γενικευμένη εμπορική σύγκρουση θα δημιουργούσε σοβαρό κόστος και για την Κίνα.

Αυτός ο αμοιβαίος περιορισμός εξηγεί καλύτερα τη σημερινή ανακωχή από οποιαδήποτε ξαφνική προσέγγιση των δύο χωρών. Η αντιπαράθεση δεν έχει γίνει ηπιότερη. Έχει γίνει ακριβότερη.

Η προσπάθεια των ΗΠΑ να περιορίσουν την οικονομική τους εξάρτηση από την Κίνα έχει επίσης αποδειχθεί πολύ δυσκολότερη από όσο θα μπορούσε να υποδηλώνει η ένταση του εμπορικού πολέμου. Οι κινεζικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ έχουν δεχθεί πλήγμα, αλλά το Πεκίνο διοχέτευσε μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής του σε άλλες αγορές και το εμπορικό του πλεόνασμα συνέχισε να αυξάνεται. Ακόμη και στις ΗΠΑ, περισσότερες από τις μισές κατηγορίες κινεζικών προϊόντων που εισάγονται βρίσκονται φέτος υψηλότερα από τα επίπεδα του 2025.

Η οικονομική πίεση επομένως δεν ανάγκασε την Κίνα να αποδεχθεί τους όρους της Ουάσιγκτον. Ούτε όμως εξαφάνισε την αμερικανική δυνατότητα να προκαλεί σημαντικό κόστος στην κινεζική οικονομία.

Αυτό που προκύπτει μοιάζει λιγότερο με ανακωχή πριν από μια τελική συμφωνία και περισσότερο με προσπάθεια να δημιουργηθούν ορισμένοι κανόνες για έναν ανταγωνισμό που κανείς δεν περιμένει να τελειώσει σύντομα.

Οι κανόνες της αντιπαράθεσης

Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η έννοια της «εποικοδομητικής στρατηγικής σταθερότητας» που προωθεί το Πεκίνο και είχε γίνει αποδεκτή ως πλαίσιο της σχέσης κατά την προηγούμενη συνάντηση Τραμπ–Σι.

Η κινεζική ερμηνεία της δεν είναι ουδέτερη. Το Πεκίνο υποστηρίζει ουσιαστικά ότι η σταθερότητα απαιτεί από τις δύο πλευρές να αποφεύγουν ενέργειες που η άλλη θεωρεί απειλητικές. Για την Κίνα αυτό αφορά κυρίως την Ταϊβάν, τους τεχνολογικούς περιορισμούς και τις αμερικανικές κυρώσεις. Η Ουάσιγκτον από την πλευρά της επιμένει ότι οποιοδήποτε πλαίσιο πρέπει να είναι αμοιβαίο και να μην περιορίζει μονομερώς την αμερικανική πολιτική.

Οι δύο χώρες δεν διαπραγματεύονται επομένως τόσο το τέλος του ανταγωνισμού όσο τους όρους με τους οποίους θα συνεχιστεί. Υπάρχουν ήδη μικρές ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση. Στις προπαρασκευαστικές συνομιλίες στη Νέα Υόρκη, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεχίσουν τον διάλογο για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης και συζήτησαν ακόμη και τη δημιουργία γραμμής επικοινωνίας για σοβαρά περιστατικά που σχετίζονται με την ΑΙ. Πρόκειται για περιορισμένες κινήσεις, αλλά η λογική τους είναι χαρακτηριστική. Δεν επιχειρούν να σταματήσουν τον τεχνολογικό ανταγωνισμό. Προσπαθούν να μειώσουν τον κίνδυνο να γίνει ανεξέλεγκτος.

Η Ταϊβάν παραμένει το πολύ δυσκολότερο τεστ αυτής της λογικής. Το Πεκίνο αναμένεται να πιέσει τον Τραμπ για περιορισμό των αμερικανικών πωλήσεων όπλων, ενώ στην Ασία υπάρχουν ανησυχίες μήπως ο Αμερικανός πρόεδρος προσφέρει παραχωρήσεις προκειμένου να εξασφαλίσει μια εμπορική συμφωνία. Η Ουάσιγκτον, λίγο πριν από τη σύνοδο, επανέλαβε τις δεσμεύσεις της προς τους συμμάχους της και τη στήριξή της στη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στα Στενά της Ταϊβάν.

Η χρησιμότητα των συνόδων

Σε αυτό το πλαίσιο εξηγείται καλύτερα και η επιμονή του Σι στην προσωπική διπλωματία με τον Τραμπ. Οι συναντήσεις τους έχουν παράγει πολύ λιγότερα συγκεκριμένα αποτελέσματα από όσα θα μπορούσε να υποδηλώνει η συχνότητά τους.

Ίσως όμως αυτό να είναι το λάθος μέτρο για την επιτυχία τους. Για το Πεκίνο, μια σειρά συνόδων που κρατά την αντιπαράθεση υπό έλεγχο μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξία από μια φιλόδοξη συμφωνία που θα ήταν δύσκολο να επιβιώσει. Και η Ουάσιγκτον έχει αυτή τη στιγμή τους δικούς της λόγους να επιδιώκει σταθερότητα. Οι ενδιάμεσες εκλογές πλησιάζουν, ο πόλεμος με το Ιράν δεσμεύει σημαντικές αμερικανικές στρατιωτικές και διπλωματικές δυνατότητες και μια νέα δασμολογική κλιμάκωση θα μπορούσε να επιβαρύνει το κόστος ζωής στις ΗΠΑ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ΗΠΑ και Κίνα κινούνται προς κάποια νέα μορφή συνεννόησης. Η αντιπαράθεση για την τεχνολογία, το εμπόριο, την Ταϊβάν και την παγκόσμια επιρροή θα συνεχιστεί. Καμία σύνοδος κορυφής δεν μπορεί να εξαλείψει τις συγκρούσεις συμφερόντων που την τροφοδοτούν.

Μπορεί όμως να δημιουργήσει μηχανισμούς που θα εμποδίζουν κάθε νέα διαφωνία να μετατρέπεται αυτομάτως σε κρίση. Γι’ αυτό το σημαντικότερο αποτέλεσμα της συνάντησης της Πέμπτης μπορεί τελικά να είναι όσα δεν θα συμβούν. Να μην ξεκινήσει νέος εμπορικός πόλεμος. Να μην υπάρξει νέα κρίση για την Ταϊβάν. Να μη μετατραπεί η τεχνολογική αντιπαράθεση σε έναν ακόμη γύρο ανεξέλεγκτων αντιποίνων.

Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο δεν φαίνεται να αναζητούν έναν τρόπο να πάψουν να είναι αντίπαλοι. Αναζητούν έναν τρόπο να παραμείνουν αντίπαλοι χωρίς κάθε σύγκρουση συμφερόντων να απειλεί να τινάξει ολόκληρη τη σχέση στον αέρα. Και σε αυτή τη φάση του ανταγωνισμού τους, μια σύνοδος που δεν λύνει τίποτα μπορεί πράγματι να έχει πετύχει αρκετά.

Πραγματική ενημέρωση στο
mailbox σας. Χωρίς λογοκρισία.

Σχετικά Άρθρα

Μετρό – Κυψέλη: Ο εργολάβος ζητά αποζημίωση!

Ο εργολάβος του μετρό στην Κυψέλη ζητά αποζημίωση αν και οι εργασίες σταμάτησαν λόγω των σοβαρών ζημιών σε πάνω από 25 πολυκατοικίες

Γιατί όχι και Λιγνίτης και Data Center;

Η συμφωνία ανάμεσα στη ΔΕΗ ΑΕ στην οποία το ελληνικό δημόσιο διατηρεί μειοψηφικό πακέτο μετοχών με την Amazon για τη χρήση ενός νέου Data Center στη Δυτική Μακεδονία προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις σε όλη τη χώρα.

ΗΠΑ : Ο Τραμπ και η επιστροφή των σφαιρών επιρροής

Η ομιλία Τραμπ στον ΟΗΕ σκιαγραφεί έναν κόσμο σφαιρών επιρροής, την ώρα που τα όρια της αμερικανικής ισχύος γίνονται ολοένα πιο ορατά.

Έξι χώρες, όχι η Ελλάδα, ζητούν φόρο για τα υπερκέρδη των πετρελαϊκών

Πίεση προς την Κομισιόν για να επιβληθεί φόρος στα υπερκέρδη των πετρελαϊκών ασκούν έξι χώρες της ΕΕ με την Ελλάδα να είναι απούσα

Α. Γεωργιάδης: Από τα νανογιλέκα στους … μπάφους

Ο Α. Γεωργιάδης, εσχάτως, δείχνοντας το – κάτω του μηδενός – επίπεδο του (α)πολίτικου λόγου του, πρόσβαλε δημοσιογράφο που τον κάλεσε στην εκπομπή του