Κρίσιμες πρώτες ύλες και μπίζνες της οικογένειας Τραμπ

Στη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ , οι καταγγελίες για σύγκρουση δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος δεν αποτελούν εξαίρεση αλλά επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Η υπόθεση μιας επένδυσης βολφραμίου στο Καζακστάν, όπου κρατικές χρηματοδοτήσεις, διπλωματικές παρεμβάσεις και επιχειρηματικά συμφέροντα της οικογένειας Τραμπ φαίνεται να διασταυρώνονται, φωτίζει όμως κάτι σοβαρότερο. Τον τρόπο με τον οποίο η νέα γεωπολιτική μάχη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες αναδιαμορφώνει όχι μόνο την αμερικανική εξωτερική πολιτική αλλά και την ίδια τη σχέση ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και το ιδιωτικό κεφάλαιο.

Το διακύβευμα δεν είναι μόνο μια ακόμη υπόθεση ευνοιοκρατίας και σύγκρουσης συμφερόντων. Είναι και η διαπίστωση ότι, καθώς οι ΗΠΑ επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από την κινεζική κυριαρχία στις αλυσίδες εφοδιασμού στρατηγικών πρώτων υλών, η εξωτερική πολιτική, η βιομηχανική στρατηγική και τα ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα επικαλύπτονται όσο ποτέ άλλοτε.

Το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ των New York Times περιγράφει πώς ο Αμερικανός υπουργός Εμπορίου, Χάουαρντ Λάτνικ και ο πρόεδρος Τραμπ εξασφάλισαν τη συμφωνία με τον πρόεδρο του Καζακστάν, Κασίμ-Τζομάρτ Τοκάγιεφ για την εκμετάλλευση ενός από τα μεγαλύτερα ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα βολφραμίου στον κόσμο. Λίγες εβδομάδες αργότερα, επενδυτικά σχήματα στα οποία συμμετέχουν οι γιοι του Τραμπ , Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και Έρικ Τραμπ, απέκτησαν συμμετοχή στην εταιρεία που συνδέεται με το ίδιο έργο, ενώ η οικογένεια του Λάτνικ συμμετείχε παράλληλα στη χρηματοδότηση συνεργαζόμενων εταιρειών.

Το Καζακστάν είναι, ωστόσο, μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, οι δύο οικογένειες συνδέονται οικονομικά με τουλάχιστον 14 εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών και είτε έχουν ήδη λάβει είτε διεκδικούν κρατική χρηματοδότηση δισεκατομμυρίων δολαρίων από την κυβέρνηση Τραμπ. Οι εγκρίσεις, τα δάνεια και οι εγγυήσεις που έχουν ήδη δοθεί ή εξετάζονται ξεπερνούν συνολικά τα 8,9 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η νέα μάχη για τις πρώτες ύλες

Η ένταση γύρω από τις κρίσιμες πρώτες ύλες δεν προέκυψε τυχαία. Το βολφράμιο, οι σπάνιες γαίες, το αντιμόνιο και δεκάδες ακόμη ορυκτά αποτελούν βασικά συστατικά για την παραγωγή πυραύλων, μαχητικών αεροσκαφών, ηλεκτρονικών συστημάτων, μικροτσίπ, μπαταριών και τεχνολογιών αιχμής.

Για δεκαετίες οι δυτικές οικονομίες άφησαν την εξόρυξη και κυρίως την επεξεργασία πολλών από αυτά τα υλικά να μεταφερθεί στην Κίνα. Το Πεκίνο ελέγχει σήμερα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού και έχει ήδη χρησιμοποιήσει αυτή την κυριαρχία ως μέσο πολιτικής πίεσης, επιβάλλοντας περιορισμούς στις εξαγωγές ορισμένων στρατηγικών ορυκτών.

Η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει πλέον το ζήτημα ως πρόβλημα εθνικής ασφάλειας. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει εγκρίνει ένα πρωτοφανές πρόγραμμα κρατικών χρηματοδοτήσεων για νέα ορυχεία και μονάδες επεξεργασίας, τόσο στις ΗΠΑ όσο και σε χώρες που θεωρούνται στρατηγικοί εταίροι. Μόνο τους τελευταίους μήνες έχουν εγκριθεί ή βρίσκονται σε διαδικασία έγκρισης δεκάδες έργα με κρατική στήριξη δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια εναλλακτική αλυσίδα εφοδιασμού εκτός κινεζικού ελέγχου.

Με αυτή την έννοια, το κοίτασμα του Καζακστάν δεν είναι απλή επένδυση. Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης γεωπολιτικής αναμέτρησης ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.

Όταν η διπλωματία Τραμπ γίνεται επενδυτικό εργαλείο

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την υπόθεση πολιτικά τόσο ευαίσθητη. Σύμφωνα με τους New York Times, η αμερικανική κυβέρνηση δεν περιορίστηκε στη δημιουργία ενός ευνοϊκού επενδυτικού περιβάλλοντος. Ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ απέστειλε επιστολή προς τον πρόεδρο του Καζακστάν εκφράζοντας την πλήρη στήριξη της Ουάσιγκτον στο συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο, ενώ δύο αμερικανικοί κρατικοί χρηματοδοτικοί οργανισμοί εξέδωσαν επιστολές πρόθεσης για δάνεια και εγγυήσεις που θα μπορούσαν να φθάσουν συνολικά τα 1,6 δισεκατομμύρια δολάρια. Κατά την τελική φάση των διαπραγματεύσεων, ο ίδιος ο Τραμπ συμμετείχε τηλεφωνικά στη συνομιλία με τον πρόεδρο του Καζακστάν προκειμένου να κλείσει η συμφωνία.

Τίποτα από αυτά δεν είναι από μόνο του παράνομο. Η προώθηση επενδύσεων στο εξωτερικό αποτελεί διαχρονικό εργαλείο της αμερικανικής διπλωματίας. Το ζήτημα βέβαια γίνεται πολύ πιο σύνθετο όταν εταιρείες που επωφελούνται από αυτή τη στρατηγική συνδέονται άμεσα με τις οικογένειες κορυφαίων κυβερνητικών αξιωματούχων.

Οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο ζητούν ήδη τη διερεύνηση ορισμένων από αυτές τις υποθέσεις, ενώ ακόμη και αξιωματούχοι της ίδιας της κυβέρνησης, σύμφωνα με την έρευνα της εφημερίδας, εξέφρασαν προβληματισμό για την όλη εικόνα που δημιουργείται. Ο Λευκός Οίκος απορρίπτει βέβαια κάθε υπόνοια σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι μοναδικό κριτήριο των αποφάσεων είναι η ενίσχυση της αμερικανικής οικονομικής και εθνικής ασφάλειας.

Η γεωπολιτική ως επιχειρηματική ευκαιρία

Η υπόθεση αναδεικνύει όμως και μια βαθύτερη μεταβολή στην αμερικανική οικονομική στρατηγική. Για χρόνια η Ουάσιγκτον κατηγορούσε την Κίνα ότι χρησιμοποιεί κρατικές τράπεζες, επιδοτήσεις και πολιτικές παρεμβάσεις για να δημιουργεί εθνικούς πρωταθλητές σε στρατηγικούς κλάδους.

Σήμερα οι ΗΠΑ ακολουθούν μια πολύ πιο ενεργητική βιομηχανική πολιτική από ό,τι στο παρελθόν, χρησιμοποιώντας κρατικά δάνεια, εγγυήσεις, διπλωματικές παρεμβάσεις και δημόσιους πόρους για να επιταχύνουν την ανάπτυξη νέων επιχειρήσεων στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών.

Η μεγάλη διαφορά είναι ότι, στην περίπτωση της κυβέρνησης Τραμπ, οι οικογένειες του προέδρου και του υπουργού Εμπορίου εμφανίζονται να αποκτούν οικονομικά συμφέροντα στις ίδιες εταιρείες που επωφελούνται από κρατικές χρηματοδοτήσεις και διπλωματικές παρεμβάσεις της Ουάσιγκτον.

Η υπόθεση του Καζακστάν αναδεικνύει επομένως πόσο δυσδιάκριτα έχουν γίνει πια τα όρια ανάμεσα στη γεωπολιτική, την οικονομική πολιτική και τα ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα όταν η πρόσβαση στις κρίσιμες πρώτες ύλες μετατρέπεται σε ζήτημα εθνικής επιβίωσης.

Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο συμπέρασμα. Η μάχη για το βολφράμιο, τις σπάνιες γαίες και τα υπόλοιπα στρατηγικά ορυκτά δεν αναδιαμορφώνει μόνο τον παγκόσμιο ανταγωνισμό ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα. Αναδιαμορφώνει και τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η ίδια η εξουσία, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η κρατική στρατηγική και οι ιδιωτικές επενδύσεις συνδέονται πολύ στενότερα από ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν.

Και όσο αυτά τα όρια θολώνουν, τόσο εντονότερα θα τίθεται το ερώτημα αν η επίκληση της εθνικής ασφάλειας μπορεί να χρησιμοποιείται για να νομιμοποιεί μια ολοένα στενότερη διαπλοκή ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και τα ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα.

Πραγματική ενημέρωση στο
mailbox σας. Χωρίς λογοκρισία.

Σχετικά Άρθρα

Γιατί ο Μερτς ανέχεται τιμές σε συνεργάτες των Ναζί στην Ουκρανία

Στην επίσκεψή του στην Ουκρανία, ο Μερτς περπάτησε σε κεντρικές λεωφόρους του Κιέβου, που πλέον φέρουν ονόματα Ουκρανών εθνικιστών - συνεργατών των Ναζί

Βραζιλία : Ο μπολσοναρισμός χωρίς τον Μπολσονάρο

Ο Φλάβιο Μπολσονάρο περνά πρώτος στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών και ο μπολσοναρισμός δείχνει ότι μπορεί να επιβιώσει πολιτικά πέρα από τον ιδρυτή του.

Ισπανία : Από τη Μαρικάρμεν στις κάλπες

Η Ισπανία οδηγείται σε πρόωρες εκλογές στις 29 Νοεμβρίου, με τη στεγαστική κρίση, τη Μαρικάρμεν και τη ρήξη Σάντσεθ–Junts να αλλάζουν την πολιτική ατζέντα.

Ευρώπη : Ο προμηθευτής ενέργειας άλλαξε, η εξάρτηση παραμένει

Η Ευρώπη περιόρισε την ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, αλλά στράφηκε στο ακριβότερο αμερικανικό LNG. Η απαίτηση Τραμπ αποκαλύπτει τη νέα ευπάθεια.

Βρετανία : Από το Brexit στο Breturn;

Ο Άντι Μπέρναμ βάζει για πρώτη φορά την επιστροφή της Βρετανίας στην ΕΕ στις κυβερνητικές επιλογές. Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, αρχίζει η αντίστροφη συζήτηση: από το Brexit στο Breturn;