Οι Αμερικανοί βλέπουν τις τιμές να παραμένουν υψηλές, τους δασμούς να επιβαρύνουν τις εισαγωγές και την οικονομική πολιτική του προέδρου Τραμπ να αδυνατεί να προσφέρει λύσεις. Αντί να αντιμετωπίσει δομικά προβλήματα, ο Αμερικανός πρόεδρος καταφεύγει τώρα σε μια γνώριμη στρατηγική: την υπόσχεση άμεσων χρηματικών επιδομάτων, μια τακτική που θυμίζει ανάλογες κινήσεις και στη χώρα μας, όπου η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επανειλημμένα καταφύγει σε περιστασιακά επιδόματα και φορολογικές ελαφρύνσεις για να ενισχύσει την εικόνα της.
Το τελευταίο σχέδιο της κυβέρνησης Τραμπ προβλέπει την πιθανότητα αποστολής μιας εφάπαξ επιταγής 2.000 δολαρίων σε πολλές οικογένειες, χρηματοδοτούμενης από τα κρατικά έσοδα των δασμών. Η πρόταση παρουσιάζεται να έχει διπλό όφελος: και επιστροφή χρημάτων, και μείωση χρέους. Αυτή τη στιγμή, όπως σημειώνει η εφημερίδα New York Times, δεν υπάρχει ούτε σαφές σχέδιο για την υλοποίησή της ούτε υποστήριξη από το Κογκρέσο.
Παράλληλα, η κυβέρνηση προβάλλει ιδιαίτερα τις επιστροφές φόρων του 2026, που αναμένεται να είναι μεγαλύτερες λόγω των εκτεταμένων φοροαπαλλαγών. Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι οι εφάπαξ πληρωμές δύσκολα αντιμετωπίζουν τις βασικές αιτίες των υψηλών τιμών: έλλειψη κατοικιών που εκτοξεύει ενοίκια και υποθήκες και οι αυξημένοι δασμοί που κάνουν τις εισαγωγές ακριβότερες.
Η συγκεκριμένη τακτική μπορεί μάλιστα να επιδεινώσει τον πληθωρισμό, υπονομεύοντας τους ίδιους τους στόχους της κυβέρνησης. Όπως παρατηρεί ο Αλεξ Ντουράντε από το Tax Foundation, το μοίρασμα χρημάτων χωρίς αλλαγή των δομικών προβλημάτων απλώς δημιουργεί έναν νέο κύκλο αυξανόμενων τιμών.
Η επανάληψη μιας γνώριμης συνταγής

Η στρατηγική δεν είναι βέβαια νέα. Κατά την πρώτη θητεία του και εν μέσω πανδημίας, ο Τραμπ συνεργάστηκε με το Κογκρέσο για να στείλει δύο γύρους «επιταγών διάσωσης», μια δαπανηρή πολιτική που αποδείχθηκε δημοφιλής και εν μέρει οικονομικά ωφέλιμη — παρά τις αρνητικές συνέπειες στην αύξηση των τιμών.
Στην πράξη, η στρατηγική αυτή συνοδεύεται και από αποδείξεις υπερβολικής στρατιωτικής και οικονομικής επιβολής στην παγκόσμια σκηνή: η κυβέρνηση Τραμπ έχει συλλέξει δασμούς που φτάνουν σε τρισεκατομμύρια δολάρια, χρησιμοποιώντας μέρος αυτών για να χρηματοδοτήσει τις επιδοτήσεις, ενώ ταυτόχρονα οι εμπορικές εντάσεις έχουν δημιουργήσει τεράστια αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές. Οι δασμοί σε Κίνα, Ευρώπη και άλλες χώρες όχι μόνο δεν έχουν μειώσει την εξάρτηση από εισαγόμενα αγαθά, αλλά έχουν οδηγήσει σε αυξήσεις τιμών σε βασικά προϊόντα και πρώτες ύλες, επιδεινώνοντας την πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Η αμερικανική κυβέρνηση εξήγγειλε επίσης οικονομική βοήθεια ύψους 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς τους αγρότες, από τα έσοδα των δασμών, με στόχο την αντιστάθμιση των επιπτώσεων του ίδιου του εμπορικού πολέμου που έχει προκαλέσει η πολιτική της. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι πολίτες βλέπουν χρήματα να επιστρέφουν προσωρινά στις τσέπες τους, ενώ τα προβλήματα που θα τις αδειάσουν και πάλι παραμένουν και οι τιμές σε αγαθά και υπηρεσίες κάνουν τα νοικοκυριά να ασφυκτιούν.
Παρά τις υποσχέσεις για επιστροφές 2.000 δολαρίων ανά άτομο για όσους κερδίζουν κάτω από 100.000 δολάρια, το κόστος υπερβαίνει κατά πολύ τα φετινά έσοδα από δασμούς, ενώ οι επιπτώσεις στον πληθωρισμό θα είναι μάλλον περιορισμένες. Οι φορολογικές αλλαγές, όπως η αναπροσαρμογή του βασικού αφορολόγητου ποσού και οι μειώσεις φόρων σε φιλοδωρήματα και υπερωρίες, θα ωφελήσουν κυρίως πλούσιους και κατοίκους των λεγόμενων «μπλε» πολιτειών.
Μικρές ανάσες σε μια θάλασσα ακρίβειας
Όλα αυτά επιβεβαιώνουν μάλλον πως οι εφάπαξ πληρωμές και τα επιδόματα λειτουργούν κυρίως ως εργαλείο πολιτικής ενίσχυσης, όχι ως ουσιαστική αντιμετώπιση της ακρίβειας ή της ανεργίας. Οι πολίτες βλέπουν προσωρινά «ανακουφιστικά» ποσά, ενώ τα δομικά προβλήματα παραμένουν άλυτα.
Στην πράξη, ο Τραμπ μετατρέπει τις επιταγές σε πολιτικό εργαλείο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του 2026, αξιοποιώντας το κύμα των δασμών και τις αβεβαιότητες στις διεθνείς αγορές για να ενισχύσει την εικόνα της κυβέρνησής του. Τη στιγμή που οι πολίτες συνεχίζουν να παλεύουν να τα βγάλουν πέρα με τις διαρκείς αυξήσεις τιμών και την πίεση στο κόστος ζωής. Μικρές οικονομικές ανάσες για όσους, κατά τα άλλα, πνίγονται σε μια θάλασσα ακρίβειας.



