Μιλά πάντα για «κυνήγι μαγισσών» όταν στόχος είναι ο ίδιος ή κάποιος στενός σύμμαχος του. Ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ το έχει κάνει αμέτρητες φορές για να αποκρούσει νομικές διαδικασίες ή να υπερασπιστεί ξένους πολιτικούς που αντιμετωπίζουν ανάλογες δικαστικές περιπέτειες, όπως ο πρώην πρόεδρος της Βραζιλίας (πρόσφατα καταδικασθείς για απόπειρα πραξικοπήματος) και ο σημερινός πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ο Τραμπ ανατρέχει τώρα στις σκοτεινότερες παραδόσεις του μακαρθισμού για να εξαπολύσει το δικό του «κυνήγι μαγισσών» εναντίον της αμερικανικής Αριστεράς και οποιασδήποτε επικριτικής φωνής ή ακόμα και πολιτειακού θεσμού που θα μπορούσε να αμφισβητήσει την εξουσία του. Με πρόσχημα τη δολοφονία του ακροδεξιού influencer Τσάρλι Κερκ, ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου μετατρέπει την κοινωνική αντιπολίτευση στις ΗΠΑ σε αποδιοπομπαίο τράγο και υπόσχεται να την καταδιώξει ανελέητα.
Αλλοι στη θέση του, αντιμέτωποι με μια εθνική κρίση τέτοιων διαστάσεων, θα απεύθυναν εκκλήσεις για ενότητα και ομοψυχία. Αυτός επενδύει στο διχασμό και την πόλωση. Εκπροσωπεί μόνο τους υποστηρικτές του. Οσοι διαφωνούν μαζί του βαπτίζονται εχθροί και προδότες. «Οι ριζοσπάστες της Αριστεράς είναι το πρόβλημα. Είναι μοχθηροί και πραγματικά φριχτοί» τόνισε σε πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη του.
Ο εσωτερικός εχθρός
«Η Αριστερά έχει κηρύξει πόλεμο στην Αμερική» συμπεραίνει και ο Στιβ Μπάνον, άλλοτε στενός συνεργάτης και πάντα μια από τις πιο ισχυρές φωνές του κινήματος MAGA. “O Τραμπ είναι πρόεδρος σε καιρό πολέμου που επικεντρώνεται τώρα στην εξάρθρωση εγχώριων τρομοκρατών όπως η ANTIFA” σημειώνει.
Ο Στίβεν Μίλερ, προσωπάρχης του Λευκού Οίκου και αρχιτέκτονας της μεταναστευτικής πολιτικής του Τραμπ εξηγεί ποιοι τελικά είναι οι εγχώριοι τρομοκράτες. «Όταν βλέπεις οργανωμένες καμπάνιες όπου η Αριστερά αποκαλεί ανθρώπους εχθρούς της δημοκρατίας ή φασίστες…Προσπαθούν να εμπνεύσουν κάποιους να τους δολοφονήσουν. Αυτός είναι ο στόχος τους» τονίζει.
Και παρά το γεγονός ότι καμία διασύνδεση του δολοφόνου του Κερκ με κάποια οργάνωση δεν έχει αποδειχτεί ενώ ακόμα και το πραγματικό κίνητρο της δολοφονίας παραμένει αδιευκρίνιστο, ο Μίλερ σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι κανένα τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας δεν μπορεί πλέον να αισθάνεται ασφαλές απέναντι στη νέα αντιτρομοκρατική πολιτική. «Δημόσιοι υπάλληλοι», «εκπαιδευτικοί», «νοσηλευτές», «καθηγητές», απαριθμεί μία προς μία τις κατηγορίες «γιορτάζουν σήμερα τη δολοφονία του Τσάρλι Κερκ».
Εγχώριοι τρομοκράτες
Ετσι, την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ δειπνούσε με τη βρετανική βασιλική οικογένεια, το νομικό του επιτελείο συνέχισε να εργάζεται πυρετωδώς για τo εκτελεστικό διάταγμα που αναμένεται να εκδοθεί στα τέλη της εβδομάδας. Ενα διάταγμα το οποίο, μεταξύ άλλων, όπως αποκαλύπτει το Reuters, αναμένεται να χαρακτηρίζει το αντιφασιστικό κίνημα στις ΗΠΑ ως «τρομοκρατική οργάνωση».
Προτού αναχωρήσει για τη Βρετανία, ο Τραμπ ξεκαθάρισε επίσης στο Truth Social ότι έχει αφήσει οδηγίες ώστε «εκείνοι που χρηματοδοτούν την ANTIFA να διερευνώνται εξονυχιστικά σύμφωνα με τις υψηλότερα νομικά πρότυπα και πρακτικές».
Παραμένει φυσικά ασαφές πως μπορεί να στοχοποιηθεί με τέτοιο τρόπο ένα κίνημα χωρίς ηγεσία ή οργανωτική δομή. Κινητοποιήσεις πάντως που θα μπορούσαν να διοργανωθούν κάτω από την ομπρέλα του θα μπορούν εύκολα να απαγορευτούν. Και βέβαια δεν χρειάζεται και πολύ φαντασία για να οραματιστεί κανείς το σκηνικό του νέου μακαρθισμού: κάποιον φοβισμένο δημόσιο υπάλληλο, καθηγητή ή νοσηλευτή να καλείται σε απολογία για το αντιφασιστικό περιεχόμενο μηνύματος του σε κάποια πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης.

Ολοι στο στόχαστρο
Φυσικά υπάρχουν και οι «αφανείς» υποστηρικτές. Οι πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει στην δημοσιότητα για το νέο διάταγμα περί πολιτικής βίας θορύβησε 120 οργανώσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν στόχους του ώστε να εκδώσουν προκαταβολικά κοινή ανακοίνωση.
Και δεν μιλάμε για κάποιες από τις φοιτητικές φιλοπαλαιστινιακές οργανώσεις που ήδη διώκονται ανελέητα στα αμερικανικά κολέγια. Την επιστολή υπογράφουν ιδρύματα όπως το Ford Foundation, το Open Society Foundation και το Tides Foundation καθώς και μη κερδοσκοπικές οργανώσεις που κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να κατηγορήσει για διασυνδέσεις με την Αριστερά όπως το Bush Foundation και το Carnegie Foundation.
«Απορρίπτουμε προσπάθειες εκμετάλλευσης της πολιτικής βίας προκειμένου να δυσφημιστεί το έργο μας ή να περιοριστούν οι θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως η ελευθερία του λόγου και η ελευθερία προσφοράς» αναφέρουν οι υπογράφοντες.
Υπενθυμίζεται ότι η επίθεση του Λευκού Οίκου κατά ιδρυμάτων και θεσμών που η διακυβέρνηση Τραμπ θεωρεί «προοδευτικά» έχει αρχίσει πολύ πριν τη δολοφονία του Κερκ. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει παρακρατήσει κονδύλια προς τα Πανεπιστήμια Χάρβαρντ και Κολούμπια μεταξύ πολλών άλλων σχολών με το επιχείρημα ότι προάγουν την φιλελεύθερη ιδεολογία, ενθαρρύνουν την πολιτική διαμαρτυρία και υποστηρίζουν τον αντισημιτισμό.
Και βέβαια από μια τέτοια ολομέτωπη επίθεση κατά οποιασδήποτε επικριτικής φωνής δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί και ο αμερικανικός Τύπος. Μόλις την Τρίτη, ο Ντόναλντ Τραμπ κατέθεσε αγωγή ζητώντας 15 δισεκατομμύρια δολάρια από την εφημερίδα New York Times και τέσσερις συντάκτες της κατηγορώντας τους για δυσφήμιση. Θύματα ανάλογων αγωγών για ενοχλητικό περιεχόμενο είχαν αποτελέσει τους προηγούμενους μήνες το δίκτυο CBS και η Washington Post. Ακόμα και η τηλεοπτική εκπομπή του κωμικού Τζίμι Κίμελ στο ABC δεν γλύτωσε από τους διωγμούς.
Η «εμπόλεμη Αμερική» και η Αριστερά
Όλα όμως δικαιολογούνται σε καιρό πολέμου. Και ο Αμερικανός πρόεδρος κάνει ότι περνά από το χέρι του ώστε η κοινή γνώμη της χώρας να αισθάνεται όλο και περισσότερο στο πετσί της τον πόλεμο: Από τη μετονομασία του Defense Department σε War Department μέχρι τις τακτικές πλέον επιθέσεις σε σκάφη που πλέουν στα ανοιχτά της Βενεζουέλας, προοίμιο ίσως μιας νέας επέμβασης στη Λατινική Αμερική με πρόσχημα αυτή τη φορά τη «ναρκο-τρομοκρατία». Και με τους στρατιώτες της εθνοφρουράς να κάνουν όλο και πιο συχνά την εμφάνιση τους στους δρόμους των αμερικανικών μεγαλουπόλεων, από το Λος Αντζελες ως την Ουάσιγκτον και από το Σικάγο ως το Μέμφις.
Και βέβαια πίσω απ’ όλη αυτή τη στοχοποίηση της Αριστεράς και την προσπάθεια προβολής της ως «κόμμα των δολοφόνων», όπως είπε πρόσφατα και ο δισεκατομμυριούχος Έλον Μασκ κρύβεται μια θεμελιώδης διαστρέβλωση. Η πολιτική βία στις ΗΠΑ ήταν πάντοτε το όπλο είτε του κρατικού μηχανισμού είτε της ακροδεξιάς.
Τα παραδείγματα είναι αναρίθμητα. Ξεκινούν από τους φόνους συνδικαλιστών στα χρόνια του μεσοπολέμου, τις σφαγές φοιτητών που διαδήλωναν κατά του πολέμου στο Βιετνάμ τη δεκαετία του 1960 για να φτάσουν ως την ανατίναξη του ομοσπονδιακού κτιρίου στην Οκλαχόμα Σίτι το 1995.
Με την εμφάνιση του ως εκφραστή της μίας από τις «δύο Αμερικές» και την όξυνση της μεταξύ τους αντιπαράθεσης, ο Τραμπ έφερε ένα νέο κύμα βίας. Αναφέρουμε ενδεικτικά τη δολοφονία εννέα μαύρων σε εκκλησία του Τσάρλεστον το 2015, τη δολοφονία έντεκα εβραίων σε συναγωγή του Πίτσμπεργκ το 2018, την επίθεση κατά ισπανόφωνων σε Walmart του Ελ Πάσο με 22 νεκρούς το 2019. Το 2022, 10 άτομα δολοφονήθηκαν σε σούπερ μαρκετ του Μπάφαλο με τον δράστη της επίθεσης να εμπνέεται από τη «θεωρία» της «μεγάλης αντικατάστασης» που προπαγάνδιζαν ακροδεξιοί όπως ο Τσάρλι Κερκ.
Ακόμα πιο πρόσφατα είχαμε φυσικά την εισβολή υποστηρικτών του Τραμπ στο Καπιτώλιο, το σχέδιο απαγωγής της κυβερνήτριας του Μίσιγκαν, τη φονική επίθεση κατά βουλευτή των Δημοκρατικών στη Μινεσότα και του συζύγου της στις αρχές του καλοκαιριού. Για όλα αυτά, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είχε κάτι να σχολιάσει. Και μάλλον καλύτερα αν αναλογιστούμε τι θα μπορούσε να πει αν άνοιγε το στόμα του.



