Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να επαναφέρει δυναμικά στο προσκήνιο τις Συμφωνίες του Αβραάμ παρουσιάζοντάς τες σαν τη μεγάλη διπλωματική διέξοδο μετά τον πόλεμο με το Ιράν. Ομως η Μέση Ανατολή του 2026 δεν θυμίζει πλέον σε τίποτα την περιοχή στην οποία ο Λευκός Οίκος είχε προωθήσει το συγκεκριμένο σχέδιο πριν από έξι χρόνια.
Ο αμερικανός πρόεδρος κάλεσε αυτή την εβδομάδα περισσότερες χώρες να ενταχθούν στις Συμφωνίες του Αβραάμ, τη διαδικασία εξομάλυνσης σχέσεων με το Ισραήλ που ξεκίνησε το 2020 με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν και επεκτάθηκε στη συνέχεια στο Σουδάν και το Μαρόκο. Αυτή τη φορά ο Τραμπ ανέφερε δημόσια τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Πακιστάν αλλά και την Τουρκία ως πιθανούς νέους συμμετέχοντες σε μια διευρυμένη περιφερειακή αρχιτεκτονική συνεργασίας γύρω από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ.
Η αναφορά στην Τουρκία είχε ιδιαίτερη σημασία. Η Άγκυρα διατηρεί μεν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ, ωστόσο η ένταξή της στις Συμφωνίες του Αβραάμ θα σήμαινε την πολιτική και στρατηγική ενσωμάτωση μιας μεγάλης περιφερειακής δύναμης και μέλους του ΝΑΤΟ σε έναν άξονα που η Ουάσιγκτον επιχειρεί να επεκτείνει από τον Περσικό Κόλπο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο.
Το ίδιο ισχύει και για το Πακιστάν, μια πυρηνική δύναμη με στενούς δεσμούς με την Κίνα αλλά και περίπλοκες σχέσεις με το ίδιο το Ιράν. Η πιθανότητα συμμετοχής του μπορεί σήμερα να μοιάζει μακρινή ωστόσο αποτυπώνει το εύρος της γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής που επιχειρεί να οικοδομήσει η Ουάσιγκτον.
Εργαλείο απομόνωσης του Ιράν και περιθωριοποίησης του παλαιστινιακού
Οι Συμφωνίες του Αβραάμ δεν αποτέλεσαν ποτέ απλώς μια ακόμα ειρηνευτική πρωτοβουλία για τη Μέση Ανατολή. Στην πραγματικότητα είχαν από την αρχή δύο βασικούς στόχους: την οικοδόμηση ενός αντιιρανικού περιφερειακού άξονα και την παράκαμψη του Παλαιστινιακού ως κεντρικού ζητήματος της περιοχής.
Μέχρι εκείνο το σημείο, οι περισσότερες αραβικές χώρες υποστήριζαν ότι δεν μπορούσε να υπάρξει πλήρης εξομάλυνση σχέσεων με το Ισραήλ χωρίς τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. Οι Συμφωνίες του Αβραάμ ήλθαν να ανατρέψουν αυτή τη λογική. Βασίστηκαν στην ιδέα ότι οι αραβικές μοναρχίες μπορούσαν πλέον να συνεργαστούν ανοιχτά με το Ισραήλ — οικονομικά, στρατιωτικά και τεχνολογικά — ακόμη κι αν το Παλαιστινιακό παρέμενε άλυτο.
Όπως καταλαβαίνει κανείς, αυτό είχε τεράστια σημασία για το Ισραήλ. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η ισραηλινή ηγεσία μπορούσε να ελπίζει ότι θα αποκτούσε σταδιακά κανονικές σχέσεις με μεγάλα τμήματα του αραβικού κόσμου χωρίς να χρειαστεί να κάνει ουσιαστικές παραχωρήσεις στο παλαιστινιακό ζήτημα. Ταυτόχρονα, οι μοναρχίες του Κόλπου αποκτούσαν πρόσβαση σε ισραηλινή τεχνολογία, συστήματα ασφαλείας και στενότερη συνεργασία με τις ΗΠΑ.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον επιχειρούσε να αξιοποιήσει τις κοινές ανησυχίες απέναντι στην Τεχεράνη για να οικοδομήσει μια νέα περιφερειακή δομή ασφαλείας υπό αμερικανική εποπτεία. Ο ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ το παραδέχθηκε ανοιχτά όταν δήλωσε ότι «ο στόχος ήταν πάντα η απομόνωση του Ιράν».
Ομως ο πόλεμος στη Γάζα και αργότερα η σύγκρουση με το Ιράν άλλαξαν δραματικά τα δεδομένα. Οι εικόνες καταστροφής στη Γάζα προκάλεσαν τεράστια κοινωνική και πολιτική πίεση στις αραβικές κυβερνήσεις, ακόμη και σε χώρες που διατηρούν στενές σχέσεις ασφαλείας με τις ΗΠΑ.

Η Σαουδική Αραβία, που πριν από τη Γάζα εμφανιζόταν πολύ κοντά σε συμφωνία εξομάλυνσης με το Ισραήλ, επιμένει πλέον δημόσια ότι δεν μπορεί να υπάρξει αναγνώριση χωρίς ουσιαστική προοπτική παλαιστινιακού κράτους, κάτι που η κυβέρνηση Νετανιάχου απορρίπτει κατηγορηματικά.
Παράλληλα, ο πόλεμος με το Ιράν έκανε τις μοναρχίες του Κόλπου ακόμη πιο επιφυλακτικές απέναντι σε μια στρατηγική που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα στρατιωτική κλιμάκωση.
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ αποκάλυψε πόσο ευάλωτες παραμένουν οι οικονομίες τους απέναντι σε ενεργειακούς και ναυτιλιακούς κραδασμούς. Για πολλές κυβερνήσεις της περιοχής, το συμπέρασμα της κρίσης δεν ήταν ότι χρειάζεται μεγαλύτερη αντιπαράθεση με το Ιράν αλλά ότι μια ανεξέλεγκτη περιφερειακή σύγκρουση μπορεί να απειλήσει την ίδια τη σταθερότητα των καθεστώτων τους.
Ιδια στρατηγική, νέες συνθήκες
Και αυτό δημιουργεί ένα βαθύτερο πρόβλημα για την αμερικανική στρατηγική. Γιατί οι Συμφωνίες του Αβραάμ σχεδιάστηκαν σε μια περίοδο όπου η Ουάσιγκτον πίστευε ακόμη ότι μπορούσε να αναδιαμορφώνει τη Μέση Ανατολή μέσα από στρατιωτική πίεση, οικονομικές συμφωνίες και περιφερειακές συμμαχίες ασφαλείας.
Ο πόλεμος με το Ιράν όμως αποκάλυψε τα όρια αυτής της λογικής. Η Τεχεράνη δεν κατέρρευσε, η περιοχή έγινε ακόμη πιο ασταθής και οι αραβικές κυβερνήσεις εμφανίζονται πλέον πολύ πιο προσεκτικές απέναντι στην προοπτική μιας ανοιχτής αντιιρανικής συμμαχίας.
Γι’ αυτό και η προσπάθεια του Τραμπ να επαναφέρει τις Συμφωνίες του Αβραάμ αποκτά σήμερα διαφορετικό νόημα. Δεν παρουσιάζονται πλέον σαν θριαμβευτική επιβεβαίωση της αμερικανικής παντοδυναμίας αλλά περισσότερο σαν προσπάθεια σταθεροποίησης μιας περιφερειακής στρατηγικής που οι ίδιοι οι πόλεμοι της τελευταίας περιόδου έκαναν πολύ πιο εύθραυστη.



