Για περισσότερο από έναν χρόνο, ένα «υπόγειο» πρόγραμμα της τσεχικής κυβέρνησης επιτρέπει στην Ουκρανία να διατηρεί ανέπαφη τη γραμμή ανεφοδιασμού της σε πυρομαχικά. Το αποτέλεσμα των εκλογών που διεξάγονται αυτή την εβδομάδα στη χώρα της κεντρικής Ευρώπης θα μπορούσε όμως να αλλάξει καθοριστικά την κατάσταση.
Το θέμα αφορά άμεσα και την Ελλάδα, δεδομένου ότι το μέγαρο Μαξίμου έχει παραδώσει τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ) και την παραγωγή οβίδων, στην τσεχική εταιρεία, CSG, η οποία πλέον είναι ο πανευρωπαϊκός «εργολάβος» – προμηθευτής της Ουκρανίας σε οβίδες (με ευρωπαϊκά κονδύλια).
Αν το λαικιστικό κόμμα ΑΝΟ του δισεκατομμυριούχου Αντρέι Μπάμπις κερδίσει τις εκλογές που θα διεξαχθούν στις 3 και 4 Οκτωβρίου στην Τσεχία, όπως δείχνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, το Κίεβο ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπο με ένα σοβαρό πρόβλημα ανεφοδιασμού.
Στο προεκλογικό του πρόγραμμα, το ΑΝΟ, το οποίο ανήκει στην ευρωσκεπτικιστική ομάδα του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου «Πατριώτες για την Ευρώπη» μαζί με το κόμμα του Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν και τον γαλλικό Εθνικό Συναγερμό της Μαρίν Λεπέν, υπόσχεται είτε να καταργήσει το πρόγραμμα που εξασφαλίζει σήμερα πυρομαχικά ζωτικής σημασίας στο Κίεβο είτε να ζητήσει από το ΝΑΤΟ να αναλάβει τη λειτουργία του προκειμένου η νέα κυβέρνηση να μπορεί να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην ανάκαμψη της τσεχικής οικονομίας.
Με την ακρίβεια στα σημερινά ύψη, είναι επόμενο «οι άνθρωποι να ανησυχούν ολο και περισσότερο» σημειώνει στην εφημερίδα New York Times, o ευρωβουλευτής του ΑΝΟ, Γιάροσλαβ Μποζ.
Αρκετοί εμπειρογνώμονες επισημαίνουν πως το πρόγραμμα ανεφοδιασμού, το οποίο βασίζεται σε εισφορές NΑΤΟίκων χωρών, κοστίζει σχετικά λίγο στους Τσέχους φορολογούμενους. Η ιδέα όμως πως έστω και ένα ελάχιστο ποσοστό του ΑΕΠ ξοδεύεται γι αυτό τον σκοπό φαίνεται να προβληματίζει σοβαρά τους ψηφοφόρους.
Το φαινόμενο της κόπωσης
Οι υποστηρικτές της συνέχισης του προγράμματος υποστηρίζουν από την πλευρά τους πως το ΑΝΟ εκμεταλλεύεται απλώς την κόπωση που έχει προκαλέσει στην Τσεχία η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία.
«Οι άνθρωποι έχουν κουραστεί και κάποιοι σπεύδουν να εκμεταλλευτούν αυτή την κόπωση στις προεκλογικές τους εκστρατείες» υποστηρίζει ο Αλες Βιτέκα, ανώτατος αξιωματούχος του τσεχικού υπουργείου Άμυνας. Ο ίδιος εκτιμά πως το πρόγραμμα θα πρέπει να συνεχιστεί καθώς εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον της Τσεχίας.
Το πρόγραμμα για τον ανεφοδιασμό του Κιέβου με βλήματα πυροβολικού δημιουργήθηκε στις αρχές του 2024 σε μια χρονική περίοδο που ο ουκρανικός στρατός έδειχνε να ξεμένει από βλήματα, ιδίως από εκείνα ΝΑΤΟϊκών στάνταρ των 155 χιλιοστών που ταίριαζαν στα κανόνια με τα οποία εξόπλιζαν το Κίεβο οι χώρες της Δύσης.
Εκείνο το διάστημα, η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια είχε «παγώσει» στο Κογκρέσο και τα ευρωπαϊκά οπλοστάσια είχαν σχεδόν αδειάσει έπειτα από δύο χρόνια συνεχούς εξοπλισμού της Ουκρανίας.
Υπήρχαν όμως πλούσια αποθέματα στον υπόλοιπο κόσμο και η Τσεχία ανέλαβε να έρθει σε επαφή με τρίτες χώρες εξετάζοντας αν θα ήταν διατεθειμένες να της πουλήσουν πυρομαχικά που θα κατέληγαν στην Ουκρανία.

Προμηθευτές σε κάθε γωνιά του πλανήτη
Η προσφορά ξεπέρασε τελικά κάθε προσδοκία. Όμως, η τσεχική κυβέρνηση έπρεπε να υποσχεθεί στους πελάτες της ότι οι συναλλαγές θα πραγματοποιούνταν υπό απόλυτη μυστικότητα προκειμένου οι πωλητές να μην βρίσκονταν αργότερα εκτεθειμένοι στην οργή της Μόσχας.
«Ηταν σαν μέλισσες που έπεφταν πάνω στο γλυκό» περιγράφει ο Βιτέκα. Ετσι, πολύ σύντομα, το ΝΑΤΟ συγκέντρωσε αρκετά χρήματα για την αγορά 2,5 εκατομμυρίων βλημάτων από χώρες εκτός Συμμαχίας. Και η αποστολή των πυρομαχικών αυτών ήταν ίσως ο βασικότερος λόγος για τον οποίο η Ουκρανία κράτησε το μέτωπο απέναντι στη Ρωσία.
«Χωρίς τα πυρομαχικά που στέλνονταν μέσω αυτής της πρωτοβουλίας, η Ουκρανία θα είχε ήδη χάσει το Ντόνμπας» υπογράμμισε ο Τσέχος υπουργός Εξωτερικών, Γιαν Λιπάσνκι στη διάρκεια δημόσιας εκδήλωσης στην Πράγα στις αρχές του μήνα. Ακόμα και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε εγκωμίασε αυτή τη «μοναδική» πρωτοβουλία την οποία χαρακτήρισε «εξαιρετικό παράδειγμα υποστήριξης» προς το Κίεβο.
Ωστόσο, το πέπλο μυστικότητας και οι αδιαφανείς συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργεί το πρόγραμμα γέννησαν σύντομα επικρίσεις και αμφιβολίες για τη νομιμότητα του. Παραμένει άγνωστο – στο κοινό τουλάχιστον – από που προέρχονται τα πυρομαχικά που καταλήγουν στην Ουκρανία.
Το μόνο βέβαιο είναι πως το μεγαλύτερο μέρος τους έχει αγοραστεί από χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Νότιας Αμερικής, σημειώνει ο Γιαν Ζίρες, πρώην αξιωματούχος του τσεχικού υπουργείου Άμυνας ο οποίος εργάστηκε για το πρόγραμμα.
Κανείς δεν έχει αποκαλύψει επίσης μέχρι σήμερα πόσα χρήματα έχει δαπανήσει μέχρι στιγμής το ΝΑΤΟ για την πρωτοβουλία. Ο Ζίρες τα υπολογίζει πάντως σε «αρκετά δισεκατομμύρια». Η Τσεχία φέρεται από την πλευρά της να έχει δαπανήσει σχετικά μικρά ποσά. Τον Ιούνιο του 2024, λίγους μήνες μετά την έναρξη του προγράμματος, ο πρωθυπουργός της χώρας, Πετρ Φιάλα υποστήριζε πως μέχρις εκείνο το σημείο η Τσεχία είχε «ξοδέψει περίπου 41 εκατομμύρια δολάρια».
Το χρήμα διακινείται μέσω των τσεχικών βιομηχανιών όπλων που διατηρούν τις επαφές με τους πωλητές. Είναι οι ίδιες εταιρείες που προμηθεύονται τα πυρομαχικά, ελέγχουν την αποτελεσματικότητα τους και στη συνέχεια τα στέλνουν στην Ουκρανία.
Αδιαφάνεια και κερδοσκοπία
Ωστόσο, πέρυσι, ένας Τσέχος γερουσιαστής κατήγγειλε πως οι βιομηχανίες όπλων «φουσκώνουν» επίτηδες τις τιμές για να εξασφαλίσουν μεγαλύτερα κέρδη. Οι εταιρείες αρνήθηκαν τις κατηγορίες και πολλοί αναλυτές αμυντικών θεμάτων έσπευσαν να τις υποστηρίξουν σημειώνοντας πως τα κέρδη τους κυμαίνονται στο επίπεδο του 3%. Η υποψία όμως είχε τρυπώσει για τα καλά στα μυαλά των Τσέχων ψηφοφόρων.
Και το ΑΝΟ έκανε ότι περνούσε από το χέρι του να την εντείνει. «Δεν ξέρουμε πόσο πραγματικά πληρώνουμε για αυτά ή ακόμα και αν στέλνονται κατευθείαν στην Ουκρανία» τονίζει σήμερα ο Μποζ, εκπρόσωπος του κόμματος για την εξωτερική πολιτική.
Η στάση του ΑΝΟ για το πρόγραμμα έχει βέβαια αμβλυνθεί αρκετά από τότε που ο Αντρέι Μπάμπις το χαρακτήριζε «σάπιο» τον περασμένο Ιούλιο. Τώρα το κόμμα προτείνει απλώς πως η διεύθυνση του προγράμματος θα πρέπει να ανατεθεί στο ΝΑΤΟ προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία του κάτω από συνθήκες διαφάνειας.
Κάτι τέτοιο θα μπορούσε βέβαια να προκαλέσει στους πωλητές τον φόβο ότι η Συμμαχία θα μπορούσε να αποκαλύψει τους προμηθευτές της μετατρέποντας τους σε στόχους ρωσικών οικονομικών αντιποίνων. «Είναι η λεπτότητα του τρόπου που το κάνουμε, ο μηχανισμός που κρατά τη χώρα αθέατη. Αυτός είναι πραγματικά ο σκοπός» τονίζει ο Βιτέκα.
Χωρίς όμως έναν μηχανισμό όπως το τσεχικό πρόγραμμα παραμένει αμφίβολο αν η Ουκρανία θα μπορεί να προμηθευτεί τα πυρομαχικά που έχει ανάγκη. Οι ευρωπαικές χώρες αυξάνουν όλο και περισσότερο τη δική τους παραγωγή – σύμφωνα με τον Ρούτε θα παραχθούν δύο εκατομμύρια βλήματα πυροβολικού μέσα στο 2025. Ακόμα όμως και αν αυτός ο στόχος επιτευχθεί, τα αποθέματα θα διαρκέσουν λίγο περισσότερο από τέσσερις μήνες καθώς εκτιμάται πως ο ουκρανικός στρατός χρησιμοποιεί σήμερα 15.000 βλήματα κάθε μέρα του πολέμου.



