Οι ιερείς και τα μέλη της ελληνορθόδοξης και της καθολικής εκκλησιών στη Γάζα, αρνήθηκαν να τις εγκαταλείψουν και να φύγουν, παρ’ ότι το Ισραήλ απείλησε να τις (ξανα)βομβαρδίσει. Εκεί, από την αρχή του πολέμου και στη συνέχεια της επιχείρισης εθνοκάθαρσης του παλαιστινιακού πληθυσμού, έχουν βρει καταφύγιο εκατοντάδες μέλη των χριστιανικών κοινοτήτων της Λωρίδας.

Η περιγραφή που κάνει η Παλαιστίνια φοιτήτρια και συντάκτης δημοσιογραφικών κειμένων, Huda Skaik, είναι συγκινητική και ταυτόχρονα προκαλεί αγανάκτηση.
«Ποιος άνθρωπος μπορεί να αποδεχθεί τον φόνο αμάχων που κατέφυγαν σε εκκλησίες αφού έχασαν τα πάντα; Οι βομβαρδισμοί τόπων λατρείας και η σφαγή των αθώων ανθρώπων που ήταν εκεί, αποτελεί ντροπή για την ανθρωπότητα. Το Ισραήλ δεν ενδιαφέρεται αν είσαι χριστιανός ή μουσουλμάνος, ούτε αν βομβαρδίζει εκκλησία, τζαμί, σπίτι ή σχολείο. Ζούμε μέσα στη βίαιη, ανελέητη γενοκτονία που καταβροχθίζει τα πάντα», γράφει.
Αναλυτικά, το κείμενό της έχει ως εξής: Από την αρχή της γενοκτονίας στη Γάζα, το Ισραήλ έχει επανειλημμένα επιτεθεί σε θρησκευτικούς χώρους, συμπεριλαμβανομένων τζαμιών και εκκλησιών. Τον Οκτώβριο του 2023, λίγες μόλις ημέρες μετά την έναρξη των επιθέσεων, ο ισραηλινός στρατός χτύπησε την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία του Αγίου Πορφυρίου, την παλαιότερη εκκλησία στη Γάζα, με αποτέλεσμα τον θάνατο τουλάχιστον 18 ανθρώπων.
Στις 17 Ιουλίου 2025, ένα ισραηλινό μαχητικό αεροσκάφος βομβάρδισε την Εκκλησία της Αγίας Οικογένειας, τη μοναδική καθολική εκκλησία στη Γάζα, χωρίς καμία προειδοποίηση. Από την επίθεση σκοτώθηκαν τρεις άνθρωποι και τραυματίστηκαν τουλάχιστον εννέα, τρεις εκ των οποίων σοβαρά.
Μεταξύ των νεκρών ήταν ο Σαάντ Σαλάμα, 60 ετών, επιστάτης της ενορίας, η Φούμυα Αγιάντ, 84 ετών, που δεχόταν ψυχοκοινωνική στήριξη μέσα σε σκηνή της Caritas (σ.σ. ΜΚΟ της Καθολικής Εκκλησίας), στο προαύλιο της εκκλησίας και η Νάζουα Αμπού Νταούντ, 71 ετών. Ο Νάτζιμπ Ταράζι, ένας άνδρας ΑΜΕΑ, ήταν ανάμεσα στους σοβαρά τραυματισμένους. Ο παπάς της ενορίας, Γκαμπριέλ Ρομανέλλι, τραυματίστηκε στο πόδι.
Έναν μήνα μετά την επίθεση, μίλησα με μερικούς από τους επιζώντες για όσα βίωσαν εκείνη την ημέρα και για το πώς συνεχίζουν να επιβιώνουν και να προσεύχονται μέσα στην εκκλησία της Αγίας Οικογένειας, που παραμένει όρθια παρά τις ζημιές.
Yποτίθεται ότι ήταν … καταφύγιο
Δεν ήταν η πρώτη φορά που η Εκκλησία της Αγίας Οικογένειας βρέθηκε στο στόχαστρο. Από τις ισραηλινές επιθέσεις, είχε πληγεί άλλες δύο φορές. Από την αρχή των επιθέσεων, στο προαύλιο φιλοξενούνταν 500 – 600 Παλαιστινίοι χριστιανοί — περίπου 200 οικογένειες — ανάμεσά τους παιδιά, ηλικιωμένοι και 54 άτομα με αναπηρίες. Για αυτούς, η εκκλησία ήταν ένα καταφύγιο μέσα στη φρίκη.
Ο πατέρας Ρομανέλλι είναι γνωστός για τις καθημερινές τηλεφωνικές συνομιλίες του με τον εκλιπόντα Πάπα Φραγκίσκο, ο οποίος διατηρούσε επαφή με τους χριστιανούς της Γάζας μέχρι τον θάνατό του τον Απρίλιο του 2025. Αυτές οι συνομιλίες έφερναν παρηγοριά. Ο Πάπας Φραγκίσκος είχε επανειλημμένα καταδικάσει τη στάση του Ισραήλ και είχε ζητήσει διερεύνηση των καταγγελιών για γενοκτονία στη Γάζα.

Το πρωί της επίθεσης, μετά τις προσευχές του και μια συνάντηση που είχε, ο πατέρας Ρομανέλλι συνάντησε στις σκάλες τον 19χρονο Σουχάιλ Αμπού Νταούντ, δόκιμο του Πανεπιστημίου (σ.σ. University of the Incarnate Word – UIW – στις ΗΠΑ). Όταν ξεκίνησε η επίθεση, ο Ρομανέλλι έσπευσε να βοηθήσει κάποιον άλλο, προτού τραυματιστεί και ο ίδιος. Ο Σουχάιλ υπέστη σοβαρό τραυματισμό από θραύσμα στο πλευρό και νοσηλεύτηκε. Βίντεο που κυκλοφόρησαν αργότερα στα κοινωνικά δίκτυα έδειχναν τον Ρομανέλλι με δεμένο το δεξί του πόδι.
Από τον βομβαρδισμό καταστράφηκαν τμήματα του συγκροτήματος και προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές στο κυρίως κτίριο της εκκλησίας. Η επίθεση εναντίον αμάχων που είχαν βρει καταφύγιο εκεί, συγκλόνισε. Το Ισραήλ, όπως πάντα, δήλωσε ότι «λυπάται» για το περιστατικό, το χαρακτήρισε ατύχημα και υποσχέθηκε έρευνα.
«Πήγε σε έναν τόπο χωρίς πόνο και θλίψη»
Ο Σάαντι Αμπού Νταούντ, 46 ετών, έχασε τη μητέρα του Νάζουα εκείνο το πρωί. Ο γιος του Σουχάιλ τραυματίστηκε σοβαρά, όπως και ο πατέρας Ρομανέλλι.
Την προηγούμενη ημέρα, η Νάζουα ζήτησε από τον γιο της να της τραβήξει μια φωτογραφία. «Μου είπε: “Βγάλε μου μια φωτογραφία, γιε μου. Θέλω να ταξιδέψω για θεραπεία”», αφηγείται ο Σάαντι. Η Νάζουα υπέφερε από κάταγμα στο ισχίο και μετά βίας περπατούσε.
Εκείνο το πρωί, ο Σάαντι είχε βγει να πάρει ψωμί. Η μητέρα του καθόταν στην αυλή με άλλες γυναίκες. «… και τότε ήρθε η σφαγή, ακριβώς στις 10 π.μ. Το θέαμα ήταν φρικτό — η μητέρα μου ήταν καλυμμένη με αίμα, τραυματισμένη στο κεφάλι. Της φώναζα συνέχεια: “Μαμά, ξύπνα. Μαμά, ξύπνα.” Τώρα πήγε σε έναν τόπο χωρίς πόνο, χωρίς θλίψη», λέει με δάκρυα.
Η Νάζουα ήταν γνωστή για την πίστη της. «Δίδασκε πάντα τα παιδιά να προσεύχονται, να αγαπούν τη Βίβλο, να κρατούν την πίστη τους. Προσευχόταν συνεχώς», τονίζει ο Σάαντι. «Η επίθεση του ισραηλινού στρατού στις εκκλησίες είναι αδικαιολόγητη, βάρβαρη πράξη. Αγαπάμε την ειρήνη και την αποζητούμε».
Ο Μούσα Αγιάντ, 41 ετών, έχασε τη θεία του, τη Φούμυα Αγιάντ, 84 ετών. «Η θεία μου ήταν ευγενική ψυχή. Αγαπούσε την προσευχή και βοηθούσε τους γύρω της με ένα ζεστό χαμόγελο, παρά τα χρόνια που την βάραιναν», λέει.
Η Φούμυα ήταν βαθιά ριζωμένη στη γη της Γάζας. Γνώριζε όλους τους γείτονες και τα ονόματα του κάθε παιδιού. Συμμετείχε στις χαρές και τις λύπες τους, χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών. Τιμήθηκε πολλές φορές και κατάφερε να ανέλθει επαγγελματικά και να γίνει διευθύντρια σχολείου. Ηταν υπερήφανη που είχε αναθρέψει γενιές παιδιών. «Παρότι δεν είχε δικά της παιδιά, η κληρονομιά της ζει μέσα από τις χιλιάδες παιδιά της Γάζας», λέει ο Μούσα.

Την ημέρα που σκοτώθηκε, ο βομβαρδισμός ήταν ξαφνικός. Εκρήξεις συγκλόνισαν το κτίριο, συντρίμμια έπεσαν πάνω σε όσους είχαν βρει καταφύγιο εκεί. «Η θεία μου πέθανε κάτω από τα χαλάσματα, μαζί με πολλούς άλλους που ζούσαν μόνο την πίστη τους και μια μικρή ελπίδα επιβίωσης», συνεχίζει. «Η στοχοποίηση της εκκλησίας ήταν μαχαιριά στην καρδιά μας. Για εμάς δεν είναι απλώς ένα κτίριο, είναι οίκος προσευχής, τόπος συνάντησης, καταφύγιο των αδυνάτων».
Αντιπροσωπεία από τον Πανάγιο Τάφο στην Ιερουσαλήμ επισκέφθηκε τη Γάζα για να δει τους τραυματίες. Ο πάπας Λέων ΙΔ΄ εξέφρασε τη «βαθιά του θλίψη» για την ισραηλινή επίθεση στην καθολική ενορία της Γάζας και απαίτησε «να τερματιστεί άμεσα η βαρβαρότητα» στη Λωρίδα. Η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, απέδωσε άμεσα την ευθύνη στο Ισραήλ, λέγοντας: «Οι επιθέσεις κατά του άμαχου πληθυσμού από το Ισραήλ επί μήνες είναι απαράδεκτες».
«Αυτή η γη κουβαλά την ιστορία μας και τη μνήμη όσων έφυγαν»
Για τον Μούσα, η επίθεση δεν ήταν μόνο κατά του κτιρίου της εκκλησίας, αλλά και ενάντια στο πνεύμα που μας ενώνει ως κοινότητα στη Γάζα. «Εδώ, μουσουλμάνοι και χριστιανοί μοιραζόμαστε την ίδια μοίρα: τον ίδιο φόβο, την ίδια απώλεια, την ίδια πολιορκία. Και μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι δεσμοί μας γίνονται πιο δυνατοί, γιατί όλοι παλεύουμε να επιβιώσουμε και να προστατεύσουμε ό,τι μας απέμεινε», τονίζει.
Ως διοικητικό στέλεχος υπάλληλος και συντονιστής στο Αραβικό Νοσοκομείο Αλ-Αχλί (al-Ahli), η ημέρα της επίθεσης ήταν από τις πιο σκληρές της ζωής του. Συμμετείχε στη διάσωση των τραυματιών. «Τα τραύματα ήταν σοβαρά: βαθιές πληγές, εγκαύματα, κατάγματα. Μερικοί έφτασαν αργά στο νοσοκομείο, λόγω έλλειψης ασθενοφόρων. Αλλοι μεταφέρθηκαν, όπως όπως, με ιδιωτικά αυτοκίνητα. Το νοσοκομείο λειτουργούσε πολύ πέρα από τις δυνατότητές του, αλλά όλοι τα δώσαμε όλα για να σωθούν ζωές», λέει.
Παρά τη φρίκη, αντλεί ελπίδα από τον λαό. «Αυτή η γη κουβαλά την ιστορία μας και τη μνήμη όσων έφυγαν. Όσο ζούμε, θα την κουβαλάμε στην καρδιά μας και θα αφηγούμαστε την ιστορία της», σημειώνει.
«Συνεχίζουμε να προσευχόμαστε»
Ο Μοντάσερ Ταράζι, 37 ετών, ήταν και αυτος εκεί μαζί με την οικογένειά του, όταν έπεσε η βόμβα. «Ακούσαμε μια τρομερή έκρηξη. Το έδαφος σείστηκε. Καπνός και στάχτη γέμισαν την ατμόσφαιρα. Νόμιζα ότι είχε έρθει το τέλος. Ένιωσα τρόμο και μεγάλη λύπη, ειδικά βλέποντας τα παιδιά να κλαίνε».
Για εκείνον, η εκκλησία ήταν περισσότερα από τόπος λατρείας. «Ήταν σπίτι για όλους όσους έχασαν το δικό τους. Όταν τμήμα της καταστράφηκε, ένιωσα σαν να κατέρρευσε το σύμβολο της πίστης μας. Ταυτόχρονα, όμως, έγινε ακόμη πιο πολύτιμη, γιατί τώρα εξακολουθεί να στέκεται ως σύμβολο του πόνου μας. Φτάνει πια σιωπή. Είμαστε άνθρωποι, όχι αριθμοί. Θέλουμε να ζήσουμε ειρηνικά στη γη μας και να προσευχόμαστε με ασφάλεια στην εκκλησία μας».

Παρά την καταστροφή, η χριστιανική κοινότητα της Γάζας δεν διαλύθηκε. «Υπήρχε μεγάλος πόνος, πολλά δάκρυα, αλλά και μεγάλη αλληλεγγύη. Ο κόσμος βοηθά ο ένας τον άλλον. Συνεχίζουμε να προσευχόμαστε και να τελούμε τη Θεία Λειτουργία. Αυτό μας δίνει ελπίδα. Παραμένουμε ριζωμένοι εδώ, ακόμα κι αν κάθε μέρα αναρωτιόμαστε αν θα είναι η τελευταία μέρα μας», λέει ο Ταράζι.
Οι χριστιανοί μοιράζονται τρόφιμα, φροντίζουν τους τραυματίες, τα παιδιά, καθαρίζουν τον χώρο και προσεύχονται μαζί. Η εκκλησία έχει γίνει κέντρο ζωής και αλληλεγγύης. Ακόμη και μέσα στην καταστροφή, η Θεία Λειτουργία συνεχίζει να τελείται στην Εκκλησία της Αγίας Οικογένειας. Κεριά ανάβουν δίπλα σε σπασμένα παράθυρα, και προσευχές γίνονται. Ακόμα και τα παιδιά εξακολουθούν να παίζουν στην αυλή, αν και τα γέλια τους ακούγονται πιο σιγανά.
Πηγή: The Intercept



