Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν προσπαθούν να συγκροτήσουν έναν νέο άξονα συλλογικής άμυνας, με επίκεντρο την αεράμυνα, τα μη επανδρωμένα συστήματα και την προστασία κρίσιμων υποδομών.
Η πρόσφατη δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, ότι η Άγκυρα είναι έτοιμη να εξετάσει τις στρατιωτικές ανάγκες της Σαουδικής Αραβίας απέναντι στις επιθέσεις των Χούθι, αποτελεί την πρώτη ουσιαστική δοκιμασία της νεοσύστατης «Συμφωνίας της Μέκκας». Παράλληλα, αποκαλύπτει τη φιλοδοξία της Τουρκίας να μετατρέψει μια γενική ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε εργαλείο διεύρυνσης της γεωπολιτικής και στρατιωτικής παρουσίας της στον Κόλπο, την Ερυθρά Θάλασσα και, εμμέσως, στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η συμφωνία υπεγράφη στις 7 Αυγούστου 2026 από τον Σαουδάραβα διάδοχο, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, και τον Πακιστανό πρωθυπουργό, Σεχμπάζ Σαρίφ. Σύμφωνα με το επίσημο κοινό ανακοινωθέν, προβλέπει ότι οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, ενώ αποβλέπει στην ενίσχυση της κοινής αποτροπής και στην ανάπτυξη της αμυντικής συνεργασίας. Πρόκειται, ουσιαστικά, για τη διεύρυνση της σαουδαραβο-πακιστανικής αμυντικής συμφωνίας του Σεπτεμβρίου 2025 με την προσχώρηση της Τουρκίας, όπως παρατηρούν τα ΜΜΕ.
Η συμφωνία δεν συγκροτεί ακόμη ένα πλήρως επιχειρησιακό «ισλαμικό ΝΑΤΟ». Δεν διαθέτει, τουλάχιστον δημοσίως, ενιαία στρατιωτική διοίκηση, μόνιμο στρατηγείο ή αυτοματοποιημένο μηχανισμό ενεργοποίησης της συλλογικής άμυνας. Προβλέπει, όμως, πολιτικοστρατιωτικούς μηχανισμούς υψηλού επιπέδου, κοινές ασκήσεις σε ξηρά, θάλασσα και αέρα, συντονισμό στην αεράμυνα, στα μη επανδρωμένα συστήματα και στον ηλεκτρονικό πόλεμο, καθώς και κοινή ανάπτυξη αμυντικής τεχνολογίας.
Το πρώτο crash test από τους Χούθι
Οι πρόσφατες επιθέσεις των Χούθι εναντίον σαουδαραβικών πόλεων, πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και υποδομών μεταφοράς ενέργειας φέρνουν τη συμφωνία αντιμέτωπη, στην πράξη, με το πρώτο της δίλημμα. Το Ριάντ χρειάζεται κυρίως ενίσχυση της πολυεπίπεδης αεράμυνας, αποθέματα αντιαεροπορικών πυραύλων, συστήματα αντιμετώπισης drones, ηλεκτρονικού πολέμου και καλύτερη συλλογή πληροφοριών.
Η Τουρκία, ως γνωστόν, έχει καταδικάσει τις επιθέσεις των Χούθι, δηλώνοντας την υποστήριξή της στην κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Σαουδικής Αραβίας και καλώντας τους να τερματίσουν τις εχθροπραξίες. Ο Φιντάν, πάντως, απέφυγε να δεσμευθεί για άμεση τουρκική στρατιωτική επέμβαση στην Υεμένη. Η πιθανότερη μορφή συνδρομής αφορά την προμήθεια μη επανδρωμένων αεροσκαφών, πυρομαχικών και συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου, την ανταλλαγή πληροφοριών, την εκπαίδευση σαουδαραβικών μονάδων και ενδεχομένως την αποστολή τεχνικού προσωπικού.
Η εμπλοκή τουρκικών χερσαίων δυνάμεων στην Υεμένη παραμένει ελάχιστα πιθανή. Θα εξέθετε την Άγκυρα σε έναν δαπανηρό πόλεμο φθοράς, θα έθετε σε κίνδυνο τις σχέσεις της με το Ιράν και θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα εις βάρος τουρκικών συμφερόντων. Αντίθετα, η παροχή τεχνολογικής και επιχειρησιακής υποστήριξης προσφέρει στην Τουρκία πολιτική επιρροή και οικονομικά οφέλη χωρίς το κόστος μιας ανοικτής πολεμικής εμπλοκής.

Τρεις χώρες, τρεις ρόλοι
Η Συμφωνία της Μέκκας στηρίζεται στη συμπληρωματικότητα, αλλά και στις διαφορετικές επιδιώξεις των τριών κρατών.
Η Σαουδική Αραβία προσφέρει το χρηματοδοτικό βάρος και αναζητεί μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Η αβεβαιότητα ως προς την έκταση της αμερικανικής στρατιωτικής συνδρομής έχει οδηγήσει το Ριάντ στη διαφοροποίηση των εταίρων του. Η Τουρκία και το Πακιστάν δεν υποκαθιστούν τις Ηνωμένες Πολιτείες, μπορούν όμως να προσφέρουν εναλλακτικές πηγές οπλικών συστημάτων, προσωπικού, εκπαίδευσης και πολιτικής στήριξης.
Η Τουρκία εισφέρει τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ, μια ταχέως αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και εμπειρία σε drones, ηλεκτρονικό πόλεμο και επιχειρήσεις εκτός συνόρων. Για την Άγκυρα, η συμφωνία αποτελεί δίαυλο πρόσβασης στα σαουδαραβικά κεφάλαια, στις αγορές του Κόλπου και στις εξελισσόμενες αρχιτεκτονικές ασφαλείας της Ερυθράς Θάλασσας.
Το Πακιστάν προσφέρει μεγάλο και έμπειρο στράτευμα, μακροχρόνιους δεσμούς με τις σαουδαραβικές Ενοπλες Δυνάμεις και, ως πυρηνική δύναμη, πρόσθετο συμβολικό βάρος στην αποτροπή. Δεν υπάρχει, ωστόσο, δημόσια επιβεβαιωμένη ρήτρα παροχής «πυρηνικής ομπρέλας» στη Σαουδική Αραβία.
Το Ισλαμαμπάντ επιδιώκει οικονομική στήριξη και επενδύσεις, αλλά θα επιχειρήσει να αποφύγει μια απευθείας σύγκρουση με το Ιράν, λόγω της κοινής μεθορίου και της ευαίσθητης εσωτερικής θρησκευτικής ισορροπίας.
Η συνοχή του σχήματος, λοιπόν, δεν είναι ... μπετόν. Το Ριάντ αντιμετωπίζει πρωτίστως την απειλή του Ιράν και των περιφερειακών συμμάχων του, η Τουρκία επιδιώκει να διατηρεί ανοικτούς διαύλους με την Τεχεράνη, ενώ το Πακιστάν δεν επιθυμεί να μετατραπεί σε δύναμη πρώτης γραμμής σε μια νέα σουνιτο-σιιτική αντιπαράθεση.
Πάντως, η πραγματική σημασία της Συμφωνίας της Μέκκας δεν βρίσκεται μόνο στη ρήτρα συλλογικής άμυνας, αλλά στον συνδυασμό σαουδαραβικής χρηματοδότησης, τουρκικής αμυντικής τεχνολογίας και πακιστανικής στρατιωτικής —και δυνητικά στρατηγικής— ισχύος. Βραχυπρόθεσμα, το σχήμα θα δοκιμαστεί στην προστασία της Σαουδικής Αραβίας από πυραύλους και drones, χωρίς πιθανότατα να οδηγήσει σε άμεση επέμβαση στην Υεμένη. Μεσοπρόθεσμα, όμως, μπορεί να εξελιχθεί σε νέο κέντρο ισχύος, ικανό να επηρεάσει τον Κόλπο, την Ερυθρά Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η σημασία για Ελλάδα – Κύπρο
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, ο άμεσος στρατιωτικός κίνδυνος από τη Συμφωνία της Μέκκας παραμένει, στην παρούσα φάση, περιορισμένος. Η ρήτρα συλλογικής άμυνας αφορά ένοπλη επίθεση κατά της επικράτειας των συμβαλλομένων και δεν συνεπάγεται ότι η Σαουδική Αραβία ή το Πακιστάν θα υποστήριζαν αυτομάτως τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο ή στην Κύπρο.
Ο σημαντικότερος κίνδυνος είναι έμμεσος και μεσοπρόθεσμος. Η εισροή σαουδαραβικών κεφαλαίων και η δημιουργία κοινών γραμμών παραγωγής μπορούν να επιταχύνουν τα τουρκικά εξοπλιστικά προγράμματα — μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πυραυλικά συστήματα, αισθητήρες, ηλεκτρονικό πόλεμο και ναυτικές πλατφόρμες. Αυτές οι δυνατότητες είναι θεωρητικά προσανατολισμένες στην προστασία του Κόλπου, αλλά παραμένουν διαθέσιμες και για χρήση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για την Κύπρο, πρόσθετη ανησυχία θα προκαλούσε ενδεχόμενη πολιτική διεύρυνση της συμφωνίας ώστε να καλύπτει τουρκικές θέσεις στο Κυπριακό ή η πραγματοποίηση κοινών ασκήσεων και αμυντικών προγραμμάτων με παρουσία στα κατεχόμενα. Μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει γνωστό δημόσια ότι η συμφωνία περιλαμβάνει τέτοιες δεσμεύσεις. Να σημειωθεί, ωστόσο, ότι το Πακιστάν κρατάει αποστάσεις από την Κυπριακή Δημοκρατία και διατηρεί παραδοσιακά στενή πολιτικοστρατιωτική σχέση με την Άγκυρα.
Ωστόσο, η Σαουδική Αραβία αποτελεί τον κρίσιμο παράγοντα εξισορρόπησης. Το Ριάντ έχει αναπτύξει σημαντικές σχέσεις με την Αθήνα και τη Λευκωσία και δεν έχει συμφέρον να μεταφέρει τις ελληνοτουρκικές διαφορές στο εσωτερικό μιας συμφωνίας που σχεδιάστηκε πρωτίστως για την ασφάλεια του Κόλπου. Η Ελλάδα, επομένως, χρειάζεται να εμποδίσει το Ριάντ, ούτως ώστε η νέα συνεργασία να μην αποκτήσει μονομερώς τουρκικό προσανατολισμό.
Η Συμφωνία της Μέκκας, πάντως, αν και, προς το παρόν, δεν αποτελεί άμεση στρατιωτική απειλή για την Ελλάδα και την Κύπρο, μπορεί να εξελιχθεί σε πολλαπλασιαστή της τουρκικής ισχύος, εφόσον αποκτήσει μόνιμες δομές, χρηματοδότηση, κοινή παραγωγή οπλικών συστημάτων και διευρυμένη πολιτική ατζέντα. Για την Ελλάδα και την Κύπρο, ο κίνδυνος είναι η σταδιακή ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής και διπλωματικής εμβέλειας. Ως εκ τούτου, επιβεβλημένη, με κάθε διπλωματικό μέσο, είναι η αποτροπή της μετατροπής του σχήματος της Μέκκας σε αποκλειστικό όχημα τουρκικής επιρροής.

Ο νευραλγικής σημασίας παράγων Αίγυπτος
Ο αραβικός Τύπος, σχολιάζοντας τη Συμφωνία της Μέκκας, συγκλίνει στο εξής: η Τουρκία επιδιώκει δημόσια τη διεύρυνση της αμυντικής συμφωνίας που υπέγραψε στις 7 Αυγούστου με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, με την Αίγυπτο ως πρώτο πιθανό νέο μέλος.
Δεν προκύπτει, όμως, αιγυπτιακή απόφαση ένταξης ούτε τεκμηριώνεται ότι η Άγκυρα έχει εξασφαλίσει σχετική δέσμευση από το Κάιρο. Από τα μέχρι τώρα στοιχεία, φαίνεται ότι η Αίγυπτος ναι μεν επιλέγει στενό συντονισμό με τους τρεις της Συμφωνίας της Μέκκας, αλλά χωρίς να έχει αποδεχθεί την ένταξή της στο σχήμα.
Το Independent Arabia, επικαλούμενο Αιγύπτιους διπλωμάτες, σημειώνει ότι το Κάιρο συμμετέχει ήδη στις περιφερειακές διαβουλεύσεις με τα τρία κράτη, αλλά αντιμετωπίζει την ένταξη σε ένα κοινό αμυντικό σχήμα ως χωριστή απόφαση. Οι ίδιοι, ωστόσο, δεν αποκλείουν μελλοντική προσχώρηση, αφού αποσαφηνιστούν οι μηχανισμοί λειτουργίας και οι στρατιωτικές υποχρεώσεις.
Η μόνη επίσημη δημόσια αιγυπτιακή τοποθέτηση, είναι εκείνη του υπουργού Εξωτερικών, Μπαντρ Αμπντελάτι, σύμφωνα με τον οποίον η συμφωνία εξετάζεται σοβαρά από νομική, τεχνική και συνταγματική άποψη. Στο Al Hadath, Αιγύπτιοι αναλυτές και πρώην διπλωμάτες εξηγούν ότι η προσχώρηση πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με το σύνταγμα και τις υφιστάμενες διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας.
Να σημειωθεί ότι στις 21 Σεπτεμβρίου, στο περιθώριο της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ, ο Αμπντελάτι φιλοξένησε στη Νέα Υόρκη τους υπουργούς Εξωτερικών των άλλων τριών χωρών. Στο κοινό ανακοινωθέν τους καταδικάζουν τις επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας. Πάντως, ουδέν αναφέρθηκε περί αιγυπτιακής προσχώρησης στη Συμφωνία της Μέκκας. Στις 25 Σεπτεμβρίου, επίσης, έγινε συνάντηση των αρχηγών επιτελείων των τριών συμβαλλόμενων κρατών, στο Ριάντ.
Στον Al Araby Al Jadeed διατυπώνεται μια ευρύτερη πολιτική ανάγνωση: το Κάιρο προτιμά προς το παρόν την τετραμερή διαβούλευση, που του επιτρέπει να συνεργάζεται με Ριάντ, Άγκυρα και Ισλαμαμπάντ χωρίς να αναλαμβάνει συλλογική αμυντική δέσμευση. Σύμφωνα με το ΜΜΕ, αυτό δείχνει τις επιφυλάξεις της Αιγύπτου, η οποία θέλει να διατηρήσει γέφυρες και με άλλους εταίρους της, όπως μεταξύ άλλων η Ελλάδα και η Κύπρος. Επιπλέον, το ίδιο ΜΜΕ καταγράφει προβληματισμούς για τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Προβληματισμός σε Ισραήλ, Ιράν
Για το Ιράν, η συμφωνία δημιουργεί ένα πρόσθετο πλέγμα συμβατικής αποτροπής γύρω από τον Κόλπο. Η πιθανή σύνδεσή της με πακιστανικές στρατηγικές δυνατότητες προκαλεί ανησυχία στην Τεχεράνη, ακόμη και χωρίς επίσημη πυρηνική ρήτρα.
Για το Ισραήλ, ο κίνδυνος είναι διττός: αφενός η ενίσχυση της Τουρκίας ως περιφερειακού στρατιωτικού πόλου και αφετέρου η προοπτική συγκρότησης ενός ισχυρού σουνιτικού σχήματος με αμυντική τεχνολογία, κεφάλαια και πυρηνικό υπόβαθρο. Ταυτόχρονα, όμως, η ανάσχεση του Ιράν και των Χούθι μπορεί βραχυπρόθεσμα να εξυπηρετεί και ισραηλινά συμφέροντα.
Για την Αίγυπτο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η συμφωνία προκαλεί επιφυλάξεις ως προς την αυξανόμενη τουρκική επιρροή στην Ερυθρά Θάλασσα και στον αραβικό κόσμο. Ενδεχόμενη μελλοντική προσχώρηση της Αιγύπτου, η οποία έχει αναφερθεί ως πιθανότητα από την τουρκική πλευρά, θα μετέβαλλε ριζικά το μέγεθος και τη γεωπολιτική βαρύτητα του σχήματος.



