Ο πόλεμος στο Ιράν ανέτρεψε αρκετές από τις βεβαιότητες με τις οποίες η Ουάσιγκτον είχε συνηθίσει να αντιμετωπίζει τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Στις πρώτες εβδομάδες του πολέμου, πολλοί στην αμερικανική πλευρά θεωρούσαν σχεδόν δεδομένο ότι η στρατιωτική και τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ θα οδηγούσε σχετικά γρήγορα το Ιράν σε κατάρρευση. Αντί γι’ αυτό, σχεδόν τρεις μήνες μετά, η Τεχεράνη όχι μόνο έχει αποφύγει μια καθαρή ήττα, αλλά έχει καταφέρει να επιβάλει ένα είδος εύθραυστης ισορροπίας με επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ.
Η εξέλιξη έχει στρέψει όλο και περισσότερους αναλυτές σε μια σχεδόν ξεχασμένη έννοια της θεωρίας των παιγνίων. Πρόκειται για το λεγόμενο “triangular coercion”, έναν όρο που θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά ως «τριγωνικός εξαναγκασμός» ή ίσως ακριβέστερα ως «τριγωνική στρατηγική εξαναγκασμού».
Η λογική είναι σχετικά απλή αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική. Όταν ένα κράτος δεν μπορεί να πλήξει αποφασιστικά έναν ισχυρότερο αντίπαλο, στρέφεται εναντίον ενός πιο ευάλωτου τρίτου μέρους που έχει όμως οικονομική, πολιτική ή στρατηγική σημασία για τον αντίπαλο.
Με άλλα λόγια, αντί να προσπαθήσει να νικήσει άμεσα τις ΗΠΑ ή το Ισραήλ στο πεδίο της καθαρής στρατιωτικής ισχύος, το Ιράν στράφηκε κατά των χωρών του Κόλπου εκμεταλλευόμενο το γεγονός ότι ήταν πολύ πιο εκτεθειμένες απέναντι σε τέτοιου τύπου επιθέσεις, ώστε να αυξήσει την πίεση προς την Ουάσιγκτον.
Το κλειδί της σύγκρουσης
Το κρίσιμο στοιχείο αυτής της στρατηγικής ήταν τα Στενά του Ορμούζ. Από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες του πολέμου, η Τεχεράνη άρχισε να παρεμποδίζει τη ναυσιπλοΐα και να βάζει στο στόχαστρο εμπορικά πλοία, κατορθώνοντας ουσιαστικά να περιορίσει τη λειτουργία ενός περάσματος από το οποίο διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Το μήνυμα ήταν σαφές: όσο αυξάνονταν οι πιέσεις εναντίον του Ιράν, τόσο μεγαλύτερο θα γινόταν το ενεργειακό και οικονομικό κόστος για ολόκληρη τη διεθνή οικονομία.
Η στρατηγική αυτή απέκτησε ακόμη πιο καθαρή μορφή στα μέσα Μαρτίου, όταν ισραηλινά πλήγματα στόχευσαν το κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars στο Ιράν. Η απάντηση της Τεχεράνης δεν περιορίστηκε σε συμμετρικά αντίποινα. Αντί να επικεντρωθεί αποκλειστικά σε ισραηλινούς ή αμερικανικούς στόχους, έπληξε ενεργειακές εγκαταστάσεις στο Κατάρ και εξαπέλυσε επιθέσεις με drones εναντίον διυλιστηρίων στη Σαουδική Αραβία και στο Κουβέιτ.
Εκεί ακριβώς φάνηκε η ουσία του «τριγωνικού εξαναγκασμού». Το Ιράν διαμόρφωσε μια νέα εξίσωση αποτροπής: αν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ χτυπούσαν τις ιρανικές ενεργειακές υποδομές, τότε ολόκληρη η ενεργειακή αρχιτεκτονική του Κόλπου θα μετατρεπόταν σε πεδίο αντιποίνων. Και αυτό ήταν κάτι που ούτε οι αραβικές μοναρχίες ούτε η παγκόσμια οικονομία μπορούσαν να αντέξουν.
Οι κινήσεις που γύρισαν μπούμερανγκ
Η αντίδραση της Ουάσιγκτον ήταν ενδεικτική. Λίγες ώρες μετά τις επιθέσεις, ο Ντόναλντ Τραμπ έσπευσε να αποστασιοποιηθεί δημόσια από το ισραηλινό χτύπημα στο South Pars. Παράλληλα, άφησε να εννοηθεί πως δεν θα υπάρξουν νέα πλήγματα όσο το Ιράν σταματούσε τις επιθέσεις κατά του Κατάρ.
Την ίδια στιγμή, όμως, που η ιρανική στρατηγική έδειχνε να περιορίζει σταδιακά τα περιθώρια κινήσεων της Ουάσιγκτον και του Ισραήλ, άρχιζαν να αποκαλύπτονται και οι αυταπάτες με τις οποίες οι δύο σύμμαχοι είχαν μπει στον πόλεμο. Σύμφωνα με τελευταία δημοσιεύματα του αμερικανικού τύπου, Ουάσιγκτον και Ισραήλ είχαν επεξεργαστεί ακόμη και σενάρια «αλλαγής καθεστώτος» με πιθανό μεταβατικό πρόσωπο τον Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ — τον άνθρωπο που ως πρώην πρόεδρος της χώρας είχε γίνει διεθνώς γνωστός ακριβώς για τις ακραίες αντιισραηλινές και αντιαμερικανικές δηλώσεις του.
Το σχέδιο κατέρρευσε με σχεδόν κωμικό τρόπο από την πρώτη ημέρα, όταν ισραηλινό πλήγμα που υποτίθεται ότι θα «απελευθέρωνε» τον πρώην πρόεδρο από τον κατ’ οίκον περιορισμό κατέληξε να τον στείλει τραυματισμένο στο νοσοκομείο. Ηταν ένα επεισόδιο που αποτυπώνει τους γενικότερους σχεδιασμούς. Μια επιχείρηση που παρουσιαζόταν ως γρήγορη και απόλυτα ελεγχόμενη κατέληγε όλο και περισσότερο να θυμίζει αυτοσχεδιασμό.
Οι επιπτώσεις έγιναν άμεσα αισθητές και στις αγορές. Οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύθηκαν στα υψηλότερα επίπεδα από την αρχή του πολέμου, ενώ άρχισαν να πληθαίνουν οι φόβοι για σοβαρή διαταραχή στην τροφοδοσία υγροποιημένου φυσικού αερίου και καυσίμων. Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ έδειξε πόσο εύθραυστη παραμένει η παγκόσμια οικονομία απέναντι σε γεωπολιτικά σοκ, ακόμη και μετά από χρόνια συζητήσεων για ενεργειακή διαφοροποίηση.

Τα όρια της στρατιωτικής ισχύος
Το Ιράν δεν χρειάστηκε να υπερισχύσει στρατιωτικά των ΗΠΑ. Χρειάστηκε απλώς να αποδείξει ότι μπορούσε να προκαλέσει αρκετό οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος ώστε να περιορίσει την ελευθερία κινήσεων της Ουάσιγκτον.
Η αποτυχία του λεγόμενου «Project Freedom» αποτύπωσε αυτή την πραγματικότητα ακόμη πιο καθαρά. Η αμερικανική επιχείρηση συνοδείας πλοίων στα Στενά του Ορμούζ ανακοινώθηκε ως επίδειξη αποφασιστικότητας, αλλά εγκαταλείφθηκε λίγες ημέρες αργότερα, έπειτα από έντονες αντιδράσεις της Σαουδικής Αραβίας, αφήνοντας εκατοντάδες πλοία εγκλωβισμένα στην περιοχή. Η αδυναμία των ΗΠΑ να αποκαταστήσουν πλήρως την ελεύθερη ναυσιπλοΐα χωρίς τον κίνδυνο γενικευμένης κλιμάκωσης λειτούργησε ως έμμεση παραδοχή ότι το Ιράν είχε καταφέρει να επιβάλει τους δικούς του όρους.
Σε έναν κόσμο όπου οι οικονομίες παραμένουν βαθιά αλληλεξαρτώμενες, ακόμη και κράτη με περιορισμένη στρατιωτική ισχύ μπορούν να αποκτήσουν δυσανάλογη γεωπολιτική επιρροή αν καταφέρουν να χτυπήσουν τα σωστά σημεία πίεσης. Και αυτό ακριβώς φαίνεται να αποκαλύπτει η παρατεινόμενη κρίση στα Στενά του Ορμούζ. Οτι η αμερικανική στρατιωτική ισχύς παραμένει τεράστια, αλλά όχι απεριόριστη. Και πως στη σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα, η δυνατότητα να διαταράξεις τις ενεργειακές ροές και τους εμπορικούς δρόμους αποδεικνύεται το ίδιο καθοριστική με την στρατιωτική υπεροχή.



