Βασίλης Τσιτσάνης, 111 χρόνια μετά…

Του Παύλου Ηλ. Αγιαννίδη *

«Συνήθισα το δρόμο μου να χάνω / Έτσι κι αλλιώς τα μονοπάτια όλα κάπου οδηγούν. / Φως απατηλό που αναβοσβήνει / είν’ όλα: κι οι λύπες κι οι χαρές…».

«Θολό το βλέμμα μου, θαμπό απ’ το μεθύσι / και το κορμί μου ασήκωτο, βαρύ / ποια μοίρα άραγε έτσι μ’ έχει χτυπήσει / και ποια κατάρα στη ζωή μου μ’ έχει βρει…».

Κάπου εκατόν πενήντα χρόνια χωρίζουν τα δύο τετράστιχα. Κι όμως, το αίσθημα του «χαμένου», για τον οδοιπόρο της ζωής, που στέκει λίγο να στοχαστεί, στο δρόμο του, μοιάζει να έχει πολλά κοινά.

Ακόμη κι αν η ρίμα χάνεται στη μετάφραση από τα γερμανικά για το πρώτο, το τετράστιχο του (αποκαλούμενου «Έλληνα») ποιητή Βίλχελμ Μίλερ, από τον κύκλο τραγουδιών ή λίντερ «Το χειμωνιάτικο ταξίδι» του Φραντς Σούμπερτ, το «υπόγειο» μινόρε μοιάζει να έχει την ίδια ρυθμική – μουσική αγωγή με κείνη των στίχων του Βασίλη Τσιτσάνη, σε ένα άτιτλο ζεϊμπέκικο που μάς κληροδότησε (και πρωτοερμήνευσε ο αλησμόνητος Μανόλης Λιδάκης).

Αν τώρα φανταστεί κανείς αυτό το «υπόγειο» μινόρε πάνω στα πλήκτρα ενός πιάνου, ξεπερνώντας τη συγγένεια αγωγής των στίχων, δεν αποκλείεται να βρει και άλλους παραλληλισμούς ανάμεσα στο λόγιο λιντ (τραγούδι, εν τέλει) του Σούμπερτ και το πηγαίο μελαγχολικό ζεϊμπέκικο του Βασίλη Τσιτσάνη.

Τολμηρή σύγκριση; Γιατί όχι; Φτάνει να ακούσει κανείς το ώριμο άτιτλο ζεϊμπέκικο του Τσιτσάνη στην πιανιστική εκδοχή του, από τον «κλασικό» πιανίστα Βασίλη Τσαμπρόπουλο, με τη, βυζαντινής σχεδόν αγωγής, φωνή του Μανόλη Λιδάκη για να γεννηθούν, έστω, υποψίες.

Δηλαδή, ο Βασίλης Τσιτσάνης έγραψε ελληνικά «λίντερ»; Όχι. Ο Βασίλης Τσιτσάνης έγραψε ελληνικά τραγούδια και τα ενορχήστρωσε για λαϊκά όργανα, με πρώτο το εκφραστικό μπουζούκι.

Όμως, ως «πλήρης» δημιουργός (καθώς έγραψε και τους στίχους στα περισσότερα τραγούδια του), άφησε ελεύθερη την πηγαία, αυτόματη – αγνωστική σχεδόν – έμπνευσή του να παρασυρθεί σε ένα διάλογο με το «ανθρώπινο», με το πάθος και τα πάθη.

Εδώ έχουμε και την πρώτη «υπόγεια» σύνδεση με τον δημιουργό των λίντερ Φραντς Σούμπερτ, ή και με τον Ρόμπερτ Σούμαν. Σ’ αυτό το διάλογο με το ανθρώπινο, με άξονα τους στίχους ποιητών της εποχής του (του Μίλερ στους κύκλους «Το χειμωνιάτικο ταξίδι» και «Η ωραία μυλωνού»), αφέθηκε και ο ίδιος, αξιοποιώντας τη λόγια γνώση του επί της μουσικής.

Και στις δυο περιπτώσεις, προμελετημένα και αυθόρμητα συνάμα, για τον Σούμπερτ και τον Σούμαν, παρορμητικά για τον Τσιτσάνη, το μουσικό αποτέλεσμα καταλήγει σε ένα κοινό στοιχείο: το σπάσιμο της φόρμας.

Στο τραγούδι του «Αν σε απάτησε και σε τραυμάτισε / ο έρωτας, που φωτίζει τα μάτια σου / τα πανάκριβα παλάτια σου. / Η αγάπη μου θα σε γιατρέψει / και τ’ όνειρό σου το παλιό θα ζωντανέψει», ο Βασίλης Τσιτσάνης, ασυνείδητα κι όμως τολμηρά, δεν σπάει απλώς την «παραδοσιακή» φόρμα του τραγουδιού. Αλλά εισάγει και τρίτο μουσικό θέμα, ή εξελίσσει τα αρχικά θέματα. Δομική μουσική πρακτική των (λόγιων) δημιουργών των λίντερ.

Σε ανάλογα μονοπάτια οδηγεί τον Τσιτσάνη η πηγαία έμπνευση των λαϊκών μουσικών κυττάρων του στο τραγούδι «Δεν είναι όνειρο η ζωή» (θυμίζει και την πιο λόγια γραφή του Μίκη Θεοδωράκη), που πρωτακούστηκε στην ταινία του Ερρίκου Θαλασσινού «Κατάρα είναι ο χωρισμός». Ή σε ένα από τα ύστατα δημιουργήματά του, το «Με παρέσυρε εκείνη».

Τα μουσικά θέματα εξελίσσονται με πρακτική σχεδόν συμφωνική, στο πρώτο επίπεδο της βασικής μελωδίας, αν και η λογική του λαϊκού τραγουδιού επιβάλλει την επανάληψη (κουπλέ-ρεφρέν).

Κάτι ανάλογο, που οδηγεί στην τολμηρότερη σύγκριση με τη συμφωνική φόρμα, συμβαίνει στο μέγιστο, ίσως, τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη: την «Αχάριστη». Που, απεκδυόμενο την οργανική ενορχήστρωσή του, μόνο με ένα πιάνο, δεν θα είχε να ζηλέψει τίποτα από τα ύψιστα δείγματα –λόγιας– τέχνης των λίντερ.

Ο στίχος γίνεται υπερβατικός, αν και βαθιά ανθρώπινος πάντα, σε διάλογο με το ανθρώπινο και το πάθος, όπως και στο λόγο του Χάινριχ Χάινε στα λίντερ του Σούμαν («Όταν κοιτώ τα μάτια σου / λειώνει το πάθος μου κι ο πόνος / Κι όταν φιλώ τα χείλη σου / βρίσκω τη γιατρειά μου»).

Η τόλμη των συγκρίσεων δεν φιλοδοξεί παρά να γίνει αφορμή για σκέψη και επανεκτίμηση του λαϊκού βάρδου Βασίλη Τσιτσάνη, έστω και ακριβώς 111 χρόνια από τη γέννησή του και 42 από το φευγιό του.

Τα μεγέθη των δημιουργών, ένθεν και ένθεν, είναι απροσπέλαστα για τυχόν προσβολή εκ της συγκρίσεως. Τα δε δημιουργήματα επιβεβαιώνουν το ενιαίο και αδιαίρετο της μουσικής (ο Μάνος Χατζιδάκις που πρώτος αναγνώρισε την αξία «Τσιτσάνης», χώριζε τη μουσική μόνο σε καλή και κακή). Και υποδεικνύουν πόσο κοντά είναι η πηγαία λαϊκή έμπνευση με τον λόγιο αυθορμητισμό, όταν διαλέγονται με το ανθρώπινο.

Η τολμηρή σύγκριση μπορεί να μάς κάνει να ξανασκεφτούμε και να εκτιμήσουμε (ίσως παράλληλα με τη μουσικολογική έρευνα) και την αισθαντική φόρμα των λόγιων λίντερ, αλλά και τη λαϊκή έκφραση ενός βάρδου που επανεκτιμάται ως μουσικό κεφάλαιο.

Ένα κεφάλαιο που επηρέασε σημαντικά την ελληνική μουσική δημιουργία, αλλά έσπασε, έστω και ενστικτωδώς, τα όρια και τις διαχωριστικές της μουσικής απέναντι και στο χρόνο.

Και αυτό μόνον ως ίδιον μεγάλης Τέχνης λογάται…

* Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος

Πραγματική ενημέρωση στο
mailbox σας. Χωρίς λογοκρισία.

Σχετικά Άρθρα

Ελληνικό: Οι «κακομοίρηδες» πληρώνουν τους «κυριλάτους»

Οι «κακομοίρηδες», όπως χαρακτηρίζουν κυβερνητικά στελέχη τους πολίτες, τελικά πληρώνουν τους «κυριλάτους» του Ελληνικού

25 χρόνια επιστημονικής έρευνας για τον καρκίνο δείχνουν το αύριο

Παρά τις επιτυχίες της επιστημονικής έρευνας για τον καρκίνο,, η αντοχή στα φάρμακα παραμένει μεγάλο πρόβλημα. Τα επόμενα 25 χρόνια θα χρειαστούν πιο έξυπνοι συνδυασμοί φαρμάκων, νέες ανοσοθεραπείες πέρα από τις σημερινές θεραπείες

Να γιατί θέλουν να κόψουν τα επιδόματα ανεργίας

Η αναμόρφωση των επιδομάτων και η κατάργηση του επιδόματος ανεργίας, δεν είναι επιδότηση εργασίας, αλλά των επιχειρήσεων με λεφτά των μισθωτών

“Ατζέντα 2030”: Τα όπλα αγοράζονται αλλά δεν πολεμούν μόνα τους

Ατζέντα 2030: Υπάρχει μια αντίφαση που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από μεγαλόπνοες εξαγγελίες και αριθμούς εξοπλιστικών προγραμμάτων

Γιατί οι Ισραηλινοί στρέφονται στην Κύπρο;

Η Κύπρος μπορεί να γίνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα «Plan B» απέναντι στο ενδεχόμενο μιας νέας επιδείνωσης της κατάστασης στη Μέση Ανατολή.