Η ρήξη μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων για το μέλλον της Υεμένης εξελίσσεται σε μία από τις πιο επικίνδυνες γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις στον Περσικό Κόλπο τα τελευταία χρόνια, απειλώντας να αναδιαμορφώσει όχι μόνο την εσωτερική ισορροπία της χώρας αλλά και τις ευρύτερες περιφερειακές συμμαχίες.
Οι δύο χώρες είχαν ηγηθεί από κοινού της στρατιωτικής επέμβασης στην Υεμένη το 2015, με στόχο τη συντριβή των ανταρτών Χούθι, οι οποίοι κατέλαβαν την πρωτεύουσα Σαναά το 2014 με τη στήριξη του Ιράν, πυροδοτώντας έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι εξωτερικές πολιτικές του Ριάντ και του Άμπου Ντάμπι έχουν αποκλίνει σημαντικά, με τις δύο πλευρές να στηρίζουν ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος τόσο στην Υεμένη όσο και σε άλλα μέτωπα, όπως το Σουδάν.
Στον εμφύλιο πόλεμο του Σουδάν, που ξέσπασε τον Απρίλιο του 2023 ανάμεσα στις δυνάμεις της επίσημης Σουδανικής Αστυνομίας (SAF) και στην παραστρατιωτική Ομάδα Υποστήριξης Ταχείας Αντίδρασης (RSF), οι Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εμφανίζονται να στηρίζουν την RSF, ενώ η Σαουδική Αραβία προσφέρει πολιτική και οικονομική στήριξη στον εθνικό στρατό (SAF) υπό τον στρατηγό Αμπντέλ Φατάχ αλ-Μπουρχάν. Η αντιπαράθεση αντικατοπτρίζει την όξυνση του ανταγωνισμού των δύο αραβικών χωρών για επιρροή και πρόσβαση σε στρατηγικούς πόρους και εμπορικές οδούς.
Στο επίκεντρο το αυτονομιστικό κίνημα του Νότου
Στην Υεμένη, η αντιπαράθεση επικεντρώνεται πλέον στον νότο και στο ενδεχόμενο ανακήρυξης ανεξάρτητου κράτους. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στηρίζουν εδώ και χρόνια το αποσχιστικό Νότιο Μεταβατικό Συμβούλιο (STC), αξιοποιώντας τη βαθιά ριζωμένη δυσαρέσκεια των νοτίων περιοχών απέναντι στον βορρά και τη νοσταλγία για την κρατική οντότητα που υπήρχε πριν από την ενοποίηση του 1990.
Το STC απέκτησε επίσημο πολιτικό ρόλο το 2019, αποκτώντας έδρες στο Προεδρικό Συμβούλιο Ηγεσίας (PLC), ωστόσο ουδέποτε εγκατέλειψε τον στόχο της πλήρους ανεξαρτησίας, θεωρώντας ότι παραμένει περιθωριοποιημένο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Τον τελευταίο μήνα, το STC εξαπέλυσε μια σειρά αιφνιδιαστικές επιθέσεις επεκτείνοντας την παρουσία του σε ανατολικές περιοχές της χώρας. Με την είσοδο δυνάμεών του στο Χαντραμαούτ και στη συνέχεια στην αλ-Μάχρα, το Συμβούλιο απέκτησε τον έλεγχο σχεδόν ολόκληρης της επικράτειας του πρώην Νοτίου Υεμενικού κράτους, συμπεριλαμβανομένων των πιο παραγωγικών πετρελαϊκών περιοχών.
Οι αυτονομιστές υποστήριξαν ότι οι κινήσεις αυτές ανταποκρίνονταν «στα καλέσματα του νότιου λαού» και είχαν ως στόχο την αντιμετώπιση τρομοκρατικών απειλών και τη διακοπή γραμμών ανεφοδιασμού και λαθρεμπορίου των Χούθι.
Οι εξελίξεις προκάλεσαν έντονη ανησυχία στο Ριάντ, το οποίο ανέκαθεν θεωρούσε την Υεμένη ζωτικό χώρο για την ασφάλειά του. Η Σαουδική Αραβία, αφού απέτυχε να συντρίψει τους Χούθι με την εκτεταμένη αεροπορική εκστρατεία του 2015, στράφηκε τα τελευταία χρόνια στη διπλωματία, επιδιώκοντας έναν συμβιβασμό μεταξύ των ανταρτών και της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης στο Άντεν. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μια μονομερής απόσχιση του νότου θεωρείται από το Ριάντ απειλή για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και, κατ’ επέκταση, για τη δική του εθνική ασφάλεια.
Η ένταση κλιμακώθηκε περαιτέρω όταν σαουδαραβικές δυνάμεις βομβάρδισαν στόχους κοντά στο λιμάνι της Μουκάλα, με το Ριάντ να υποστηρίζει ότι επρόκειτο για οχήματα προορισμένα για χρήση από το STC και προερχόμενα από λιμάνι των Εμιράτων. Βίντεο που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έδειξαν πυκνά σύννεφα καπνού στο Χαντραμαούτ, ενώ Υεμενίτες αναλυτές χαρακτήρισαν τα πλήγματα «προειδοποιητική βολή» της Σαουδικής Αραβίας. Ο υπουργός Άμυνας της χώρας, πρίγκιπας Χάλιντ μπιν Σαλμάν, έκανε λόγο για «ρήγμα στο ενιαίο μέτωπο απέναντι στον εχθρό», τονίζοντας ότι οι εσωτερικές διαιρέσεις υπονομεύουν την πολεμική προσπάθεια του Ριάντ.
Παρότι ο νότος τελεί τυπικά υπό τη διοίκηση της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης, το STC –με τη στήριξη των Εμιράτων– λειτουργεί εδώ και καιρό ως παράλληλο κέντρο εξουσίας. Το Άμπου Ντάμπι, το οποίο εξετάζει και εμπορικές και στρατηγικές ευκαιρίες στην περιοχή, δεν δείχνει διατεθειμένο να εγκαταλείψει τους συμμάχους του, παρά τις σαουδαραβικές πιέσεις και τις προειδοποιήσεις ότι ένα ανεξάρτητο νότιο κράτος θα παραμείνει χωρίς διεθνή αναγνώριση.

Από τον υπόγειο ανταγωνισμό στην ανοιχτή ρήξη
Αναλυτές προειδοποιούν ότι η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο ισχυρών κρατών του Κόλπου εισέρχεται σε μία ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση. Ύστερα από χρόνια έμμεσου ανταγωνισμού μέσω τοπικών εκπροσώπων, η σύγκρουση αποκτά πλέον πιο άμεσα χαρακτηριστικά, ενώ ο κίνδυνος νέων εσωτερικών συγκρούσεων στον νότο της Υεμένης αυξάνεται. Και την ίδια στιγμή, οι αντάρτες Χούθι, που εξακολουθούν να ελέγχουν τον βορρά, αναμένεται να επωφεληθούν από τη ρήξη μεταξύ των αντιπάλων τους.
Όπως επισημαίνουν πολλοί ειδικοί, η στρατιωτική επέμβαση είχε ήδη οδηγηθεί σε αδιέξοδο ακόμη και όταν το Ριάντ και το Άμπου Ντάμπι βρίσκονταν στην ίδια πλευρά. Η μεταξύ τους απόκλιση απειλεί πλέον να βαθύνει περαιτέρω την κρίση, με ανυπολόγιστο κόστος για τον υεμενικό λαό και τη σταθερότητα της περιοχής.



