Του Παύλου Ηλ.Αγιαννίδη *

Πώς λύνεις την αιώνια υπαρξιακή διένεξη για τη ζωή; «Με τον χορό ή με τα βιβλία;» Με το Ένστικτο ή με τον Πολιτισμό;
Ο Νίκος Καζαντζάκης έχει δώσει την απάντησή του: με το διάλογο αυτών των δύο στοιχείων, τον εκφραστικό ενστικτώδη χορό και τη διανόηση, απέναντι στη διχογνωμία της ζωής, με το έργο του «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά».
«Έτσι μονάχα η ζωή σώζεται. Τι θα πει σώζεται; Ανεβαίνει», όπως συμπυκνώνει η προμετωπίδα του μέχρι πρόσφατα ανέκδοτου έργου του «Ο Ανήφορος» (κυκλοφόρησε από τις Εκδ. Διόπτρα το 2022), γραμμένο αμέσως μετά την έκδοση του «Ζορμπά», το 1946.
«Αν ήταν στη ζωή µου να διάλεγα έναν ψυχικό οδηγό, έναν Γκουρού, όπως λένε οι Ιντοί, ένα Γέροντα, όπως λένε οι καλόγεροι στον Άγιον Όρος, σίγουρα θα διάλεγα το Ζορµπά. Γιατί αυτός είχε ό,τι χρειάζεται ένας καλαµαράς για να σωθεί: την πρωτόγονη µατιά που αδράχνει ψηλάθε σαϊτευτά τη θροφή της· τη δηµιουργικιά, κάθε πρωί ανανεούµενη αφέλεια να βλέπει ακατάπαυτα για πρώτη φορά τα πάντα και να δίνει παρθενιά στα αιώνια καθηµερινά στοιχεία -αγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωµί, τη σιγουράδα του χεριού, τη δροσεράδα της καρδιάς, την παλικαριά να κοροϊδεύει την ίδια του την ψυχή…», έγραφε ο παγκόσμιος συγγραφέας, μετέπειτα, στην «Αναφορά στον Γκρέκο».
Μού τα θύμισε όλα αυτά η επικείμενη, ποσοχιλιοστή, παράσταση του κατά Μίκη Θεοδωράκη μπαλέτου «Ζορμπάς», που ο χορογράφος Λόρκα Μασίν φέρνει ξανά στην Αθήνα, εδώ όπου «γεννήθηκε», στο Ηρώδειο την Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2024. Αλλά και η συνάδελφος, συνοδοιπόρος και φίλη Μαρίκα Αρβανιτοπούλου. Κοντά ένα χρόνο μετά την πανηγυρική παράσταση στην περίφημη Αρένα της Βερόνα, με αφορμή τα 100χρονά της, με τούτο το πολιτιστικό ορόσημο, που έχει τη δική του, γνωστή και άγνωστη, ιστορία. Όπως κι ο Ζορμπάς.
Ο άγνωστος Ζορμπάς
Πάμε, λοιπόν, τούτη τη γοητευτική και πολυκύμαντη ιστορία από την αρχή. Τσεκάροντας και αποκαθιστώντας και μια σειρά από λάθη, σε χρονολογίες, πρόσωπα και λοιπά, που έχουν γραφτεί κι ακόμη γράφονται – μέχρι και σε κείμενα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής – για αυτόν, τον άγνωστο τελικά, στο σύνολό του Ζορμπά, εκτός κι εντός εισαγωγικών (ως έργο):
Ο Νίκος Καζαντζάκης είχε γνωρίσει τον… Αλέξη Ζορμπά του το 1915 στο Άγιον Όρος, όπου ο δεύτερος είχε πάει για να γίνει καλόγερος. Μόνον που δεν λεγόταν Αλέξης, αλλά Γιώργος Ζορμπάς και δεν ήταν κρητικός ούτε πάτησε ποτέ την Κρήτη (όπως απαθανατίστηκε στη θρυλική ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη). Αλλά γεννημένος στο Καταφύγι Κοζάνης, ανθρακωρύχος με το σπάνιο χάρισμα να μπορεί να εντοπίζει το λιγνίτη, σιδεράς, υλοτόμος και πατέρας 12 παιδιών (από τα οποία έχασε τα 4).
Στο Άγιον Όρος ξεκίνησε ο παραγωγικός τους διάλογος, για τη διένεξη της ζωής περί υπάρξεως και τη λύση της. Και κράτησε, στην πραγματικότητα, ώς το 1941, όταν η ζωή του Ζορμπά έφτασε στο τέλος της. Ακόμη κι από μακριά. Ο Γιώργος Ζορμπάς, πάντως, άφησε πίσω του το όνειρο της μοναστικής ζωής και ακολούθησε το διανοούμενο συγγραφέα στο ανθρακωρυχείο της Πραστοβάς, κοντά στη Στούπα της Μεσσηνίας. Εκεί δίπλα, στην παραλία της Καλογριάς, τοποθετείται το ησυχαστήριο ή αναθεωρητήριο για τον συγγραφέα των εποικοδομητικών ατέρμονων διαλόγων τους, που σήμερα ονομάζεται «Σπηλιά του Καζαντζάκη».
Το επιχειρηματικό άλμα δεν πήγε καλά. Ο Καζαντζάκης έφυγε για την Ελβετία και ο Ζορμπάς, ύστερα από άλλες περιπλανήσεις, κατέληξε να αγοράσει ένα ορυχείο στη Νις της τότε Γιουγκοσλαβίας και να καταλήξει, με νέα πλέον οικογένεια, στα Σκόπια, όπου και τελικά τάφηκε.
Την ημέρα που συνειδητοποίησε ότι θα πάψει να συνδιαλέγεται (έστω και επιστολικά) με τον Ζορμπά του, όταν στην Αίγινα το 1941 τον βρήκε το γράμμα για το θάνατό του, ο Καζαντζάκης αποφάσισε να του πιστώσει το πιο σημαντικό, για κείνον, ρήμα του: Μετουσιώνω.
«Συλλογίζουμουν όλη τη νύχτα, τι να κάμω για να ξορκίσω το θάνατό του; Άνοιξε η καταπαχτή του σπλάχνου μου, πετιούνται απάνω οι θύμησες, σπρώχνουν η μια την άλλη, βιάζουνται και ζώνουν αγριεμένες την καρδιά μου˙ ανοιγοκλειούν το στόμα, φωνάζουν να περμαζώξω από τη γης, από τη θάλασσα, από τον αέρα το Ζορμπά και να τον αναστήσω. Αυτό δεν είναι το χρέος της καρδιάς; Γι’ αυτό δεν την έπλασε ο Θεός; Ν’ ανασταίνει τους αγαπημένους; Ανάστησέ τον!»
Έτσι, μετουσίωσε, γράφοντας, το βίο και την πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά του στο πρώτο και σημαντικό έργο του. Ως «Συναξάρι» αρχικά. Παγκόσμιο και υπαρξιακό, όπως και οι ατελεύτητοι διάλογοί τους περί ζωής.
Μίκης – Κακογιάννης -Χωραφάς
Κάνουμε ένα άλμα στο 1964, όταν ο Μιχάλης Κακογιάννης μετέφερε αυτό το σημαίνον «συναξάρι» στη μεγάλη οθόνη, με Ζορμπά τον Άντονι Κουίν (και γυρίσματα όχι στην Κρήτη, αλλά στη Ρόδο!). Εδώ μπήκε το άλλο μεγάλο κεφάλαιο τούτης της ιστορίας, με το όνομα Μίκης Θεοδωράκης. Για τον οποίο η επαφή και εμβάθυνση, στα χρόνια της εξορίας του στην Ικαρία, το 1946 (χρονιά που πρωτοεκδόθηκε ο «Ζορμπάς»), με το ελληνικό, κρητικό και λαϊκό τραγούδι υπήρξε εκρηκτική και καθοριστική.
Κάπως έτσι του «γεννήθηκε» ο «Χανιώτικος Συρτός» για πιάνο και ορχήστρα – το μετέπειτα διεθνώς επιδραστικό συρτάκι. Και η «Ελληνική Αποκριά», έργο βασισμένο στα λαϊκά τραγούδια, που ξεκίνησε να συνθέτει την αμέσως επομένη ημέρα, όταν τον συγκλόνισε το συρτό «Καπετάν Ανδρέα Ζέππο» / «Ψαροπούλα» τού Γιάννη Παπαϊωάννου. Με την ιστορία ενός (υπαρκτού) ψαρά που πέθανε πάμφτωχος το 1969 στις Τζιτζιφιές…
Την «Ελληνική Αποκριά» κρατήστε την, θα μάς χρειαστεί για το παρακάτω. Ο «Συρτός Χανιώτικος» του Μίκη έγινε ο χορός (ζωής) του κινηματογραφικού Ζορμπά της 20th Century Fox, έφτασε στα Όσκαρ και σάρωσε την υφήλιο.
Άλλο ένα άλμα στο χρόνο. Ως το 1978. Στην Εθνική Λυρική Σκηνή διευθυντής είναι ο διεθνούς ακτινοβολίας μαέστρος Δημήτρης Χωραφάς (πατέρας του ηθοποιού Γιώργου Χωραφά). Ένας από τους Έλληνες διανοούμενους που σάλπαραν με το θρυλικό πλοίο «Ματαρόα» για το Παρίσι. Μαζί με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Κώστα Αξελό, τον Ιάνη Ξενάκη, τη Μάτση Χατζηλαζάρου και άλλους.

Ο Μίκης στη Βερόνα
Ανοιχτόμυαλος και προοδευτικός, άνοιξε τις πύλες της ΕΛΣ στον 80χρονο σήμερα χορευτή και χορογράφο Λόρκα Μασίν (χορογράφο στα περίφημα ρωσικά μπαλέτα του Ντιάγκιλεφ, τα οποία πρωτοέδωσαν ζωή στα έργα του Ιγκόρ Στραβίνσκι) και στην ιδέα του να καλέσει το Μίκη Θεοδωράκη να συνθέσουν ένα μονόπρακτο μπαλέτο από τον δικό του «Ζορμπά». Αρχικά με βάση το ηχογραφημένο – στο Παρίσι από το Μίκη – άλμπουμ «Solo Bouzouki» υλικό, όπως μού θυμίζει ο άλλοτε πρώτος χορευτής της Λυρικής, Άγγελος Χατζής, που συμμετείχε σε εκείνη την πρώτη παράσταση του μπαλέτου «Ζορμπάς», στον κομβικό ρόλο του Τζον (που είχε αναλάβει, ως Μπέιζιλ, ο Άλαν Μπέιτς στην πολυβραβευμένη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη).
Το μουσικό υλικό ήταν δισκογραφημένο στο Παρίσι, από τα δύο θρυλικά μπουζούκια του Μίκη: τον Κωστή Παπαδόπουλο και τον Λάκη Καρνέζη, αγαπημένο δεξιοτέχνη του βασιλιά της Νορβηγίας.
Σε ένα ταξίδι μας με το Μίκη, που κατέληξε σε μια αξέχαστη μυσταγωγία στον καθεδρικό ναό του Μόντρεαλ, στον Καναδά (το συνθέσαμε και σε ντοκιμαντέρ για την ΕΡΤ), στο αεροπλάνο ο ίδιος μού είχε μιλήσει για το ρόλο του Δημήτρη Χωραφά στη «γέννηση» και στην πορεία του μπαλέτου. Βασισμένου «σεναριακά» όχι πια στο έπος του Νίκου Καζαντζάκη, αλλά στην επιτυχημένη ταινία του 1964.
Στο μπαλέτο, ο Μίκης ταυτίστηκε με τον δικό του Ζορμπά, που τον «είδε» ως «Κρητικό, Έλληνα και Ευρωπαίο», όπως ο ίδιος, κατά πως έλεγε τον Αύγουστο του 1989. Ειδικά, όταν για οκτώ μήνες στο Παρίσι μπήκε στη διαδικασία να «μεγαλώσει», να ολοκληρώσει και να ενορχηστρώσει το μπαλέτο του, σε δίπρακτο έργο ακόμη πιο επιδραστικό από την πρώτη εκδοχή του και ως «το πιο αντιπροσωπευτικό» έργο του, όπως υποστήριζε με θέρμη στον εκ Ρουμανίας παραγωγό και συγγραφέα Αστέρη Κούτουλα.
Ο Άγγελος Χατζής (με διεθνή καριέρα πέρα από την ΕΛΣ, ειδικά ως σολίστας στην Όπερα της Κολωνίας) «βαφτίστηκε» στον πρωτογενή Ζορμπά, δίπλα στον Χρήστο Παπίδη που ανέλαβε τον επώνυμο ρόλο. Μέσα στα σκηνικά και τα κοστούμια του σημαντικού και ακάματου σκηνογράφου και μετέπειτα σκηνοθέτη Νίκου Πετρόπουλου (που σχεδίασε και την Πύλη, στο Καλλιμάρμαρο, για την τελετή έναρξης του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Στίβου, το 1997).
Ο Τζον – Άγγελος Χατζής, λοιπόν, θυμάται ότι η πρώτη παράσταση, με το Μπαλέτο της Λυρικής, δόθηκε το 1978 στο ιστορικό (το πρώτο που ανεγέρθηκε για όπερα στον ελληνόφωνο χώρο, το 1733) θέατρο του Σαν Τζιάκομο της Κέρκυρας, με διάρκεια 45΄. Ακολούθησαν παραστάσεις στους 2ους Ολυμπιακούς Αγώνες Τραγουδιού και Τέχνης στην Αρχαία Ολυμπία, αφιερωμένους στον Νίκο Καζαντζάκη, στην Πάτρα, στην Καβάλα και αλλού.
Την επόμενη χρονιά, η επιτυχία του εγχειρήματος έφερε το μπαλέτο, με κινήσεις και από το Δημήτρη Χωραφά, στο Θέατρο Λυκαβηττού, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών (μπορώ να καυαθέσω ως αυτόπτης). Αποκορύφωμα στο τρίπτυχο «Μυθολογία – Ηλέκτρα – Ζορμπάς».
Ο έγκυρος κριτικός χορού Ανδρέας Ρικάκης έγραφε: «Η πρώτη διανομή του «Ζορμπά» της ΕΛΣ παραμένει αξεπέραστη. Την καταθέτω ως φόρο μνήμης: Χρήστος Παπίδης (Ζορμπάς), Άγγελος Χατζής (Τζον), Πένυ Μελά (χήρα – που στην ταινία είχε ενσαρκώσει η Ειρήνη Παπά), Γιώργος Λιβαδής (Μανωλιός) και τελευταία, αλλά όχι έσχατη, Ρωξάννη Παπανικόλα. Κατατροπώνει όλες τις μετέπειτα διεθνείς ή γηγενείς που είδαμε».
Στην Αρένα της Βερόνα
Στα επόμενα χρόνια, με παρότρυνση όπως φαίνεται του Λόρκα Μασίν και του Δημήτρη Χωραφά κατατίθεται προσχέδιο πλήρους, δίπρακτου, μπαλέτου στην περίφημη Αρένα της Βερόνα, του μεγαλύτερου ανοιχτού θεάτρου στην Ευρώπη, με 18.000 θέσεις. Καλλιτεχνικός διευθυντής της ήταν ο άλλοτε βαρύτονος και ιμπρεσάριος καλλιτεχνών Κάρλο Περούτσι, ανοιχτόμυαλος και πρωτοπόρος επίσης (έστησε θρυλικά φεστιβάλ στην Ιταλία κι έδωσε στον κινηματογραφικό Κεν Ράσελ να σκηνοθετήσει «Μποέμ» και στον κινηματογραφικό μαιτρ του τρόμου Ντάριο Αρτζέντο «Ριγκολέτο»!).
Το 1987-88 ο ίδιος προτείνει στο Μίκη να «ολοκληρώσει» με πλήρη ενορχήστρωση το έργο του κι εκείνος το καταφέρνει ύστερα από ένα οκτάμηνο σκληρής δουλειάς στο Παρίσι. Προσθέτοντας τραγούδια και αποσπάσματα από όποιο έργο τού φώτιζε τον «Ζορμπά» του. Κυρίως από την «Ελληνική Αποκριά», της ελληνικής λαϊκής ψυχής, που λέγαμε παραπάνω.

Μίκης – Μασίν
Οι πράξεις είναι πλέον δύο, οι σκηνές 21, η διάρκεια σχεδόν δίωρη (στη σημερινή μορφή) και η παγκόσμια πρεμιέρα, ως ανάθεση, στην Αρένα της Βερόνα προγραμματίζεται για τις 6 Αυγούστου 1988. Και για πέντε συνολικά παραστάσεις έως τις 28 του μήνα, οι οποίες έγιναν όλες sold out.
Στο μεταξύ στη θέση του Δημήτρη Χωραφά στην ΕΛΣ έχει τοποθετηθεί ο αείμνηστος Σπύρος Ευαγγελάτος και η τότε υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη έβλεπε την κρατική επιχορήγηση να συρρικνώνεται. Έτσι ο Μασίν δεν πήρε το πράσινο φως – κι ας το πάλεψε – για να συμμετέχει το Μπαλέτο της ΕΛΣ στην αστραφτερή, αξιομνημόνευτη, πρεμιέρα, με Ζορμπά τον μέγα, αν και ώριμο τότε, Βλαντιμίρ Βασίλιεφ…
Το μπαλέτο δισκογραφήθηκε, ολοκληρωμένο, από το Μίκη στη Βουδαπέστη το 1979, για τη Hungaroton, με τους Λάκη Καρνέζη και Κώστα Παπαδόπουλο και την Κρατική Ορχήστρα και Χορωδία της Ουγγαρίας, υπό τον Λουκά Καρυτινό, με την μέτζο σοπράνο Σοφία Μιχαηλίδη.
Ο παγκόσμιος Ζορμπάς
Συνολικά 90.000 θεατές στη Βερόνα και ένα όπλο στη φαρέτρα της Αρένας, του Μίκη και του Λόρκα Μασίν. Όπως μού εξηγεί ο Άγγελος Χατζής, μαζί με τη χορογραφία για το «Σπάρτακο» του Γιούρι Γκριγκορόβιτς, ο «Ζορμπάς» είναι το δεύτερο έργο που πέρασε, ως κλασικό πλέον, στο παγκόσμιο ρεπερτόριο του χορού.
Και, μάλιστα, πολύ εντυπωσιακά. Αφού η παραγωγή ταξίδεψε στην Όπερα του Καΐρου, όπου αποθεώθηκε, πήρε τους δρόμους της Οικουμένης. Το 1993 άνοιξε το φεστιβάλ στις Θέρμες του Καρακάλα, στη Ρώμη (όπου το 1990 είχαν γράψει – και δισκογραφική – ιστορία οι Τρεις Τενόροι, Παβαρότι, Ντομίνγκο και Καρέρας).
Χάρη στην περιοδεία σε Βραζιλία και Αργεντινή με το Μπαλέτο της Όπερας της Σόφιας έφτασε, το 1994, να συγκεντρώσει 120.000 θεατές, μέσα σε μία μόνον νύχτα, στο στάδιο του Ρίο Ντε Τζανέιρο. Και στα πρώτα τριάντα χρόνια του, το μπαλέτο «Ζορμπάς» έφτασε να μετράει πάνω από 5.000 παραστάσεις σε 30 χώρες, με κοντά 3.000.000 θεατές.

Και, φυσικά, υπήρξε συνέχεια για το περιζήτητο διεθνώς μπαλέτο κατά Λόρκα Μασίν (που ενσάρκωσε το Ζορμπά επί σκηνής μπαλέτου το 1995 και 1996) και Μίκη Θεοδωράκη (που διηύθυνε αρκετές φορές το έργο του). Φτάνοντας σε μια παράσταση της Λυρικής στο Καλλιμάρμαρο το 2014 και το 2018, στην περυσινή επετειακή στην Αρένα της Βερόνα (απ’ όπου και η φωτογραφία), στην επικείμενη στο Ηρώδειο – όπου πρωτοπαρουσιάστηκε το 1992 από την ΕΛΣ, μαζί με μια χορογραφία της μεγάλης Ζουζούς Νικολούδη – και τις επόμενες, μετά την Αθήνα, σε Σόφια και σε πόλεις της Ευρώπης.
Τούτη η ιστορίας ανάγεται πρώτα και κύρια στον αιώνιο υπαρξιακό διάλογο για τη ζωή, μεταξύ του Νίκου Καζαντζάκη και του φίλου του, Γιώργου Ζορμπά. Ενός ανθρώπου, στον οποίο «είδε», λογοτεχνικά, «τη δαιμονικιάν ανταρσία του ανθρώπου να νικήσει το βάρος και την ύλη, την προγονική κατάρα». Και ο οποίος, με έναν τρόπο, κινητοποίησε τον διανοούμενο και στη γραφή του πρώτου και παγκόσμιου έργου του.
Για το φινάλε της ιστορίας μας, λοιπόν, δεν θα μπορούσε να ταιριάξει καλύτερα, παρά ένα απόσπασμα από το δεύτερο – και μέχρι το 2022 ανέκδοτο – έργο του Καζαντζάκη, «Ο Ανήφορος»: «Δε με νοιάζει ο θάνατος», συλλογίζουνταν, «με νοιάζει η φθορά, αυτή εξευτελίζει τον άνθρωπο. Αυτήν πρέπει να νικήσω…».
* Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος



