Του Ζαφείρη Χατζηδήμου
Τις τελευταίες δυο εβδομάδες, η ένταση μεταξύ του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και της ηγεσίας των Τούρκων βιομηχάνων έχει κλιμακωθεί σημαντικά. Σε τέτοιο σημείο μάλιστα, που ο Ορχάν Τουράν, πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών Τουρκίας (TÜSİAD/ Türk Sanayicileri ve İş İnsanlΑrı Derneği) και ο Μεχμέτ Ομέρ Αρίφ Αράς, πρόεδρος του Ανώτατου Συμβουλευτικού Συμβουλίου της TÜSİAD, να κληθούν να καταθέσουν στον εισαγγελέα με κατηγορίες για «απόπειρα επηρεασμού δίκαιης δίκης» και «δημόσια διάδοση παραπλανητικών πληροφοριών».
Αυτές οι κατηγορίες σχετίζονται με επικριτικές δηλώσεις που έκαναν κατά της κυβερνητικής πολιτικής, ιδιαίτερα αναφορικά με τις πρόσφατες διώξεις μελών της αντιπολίτευσης και δημοσιογράφων.
Ο Πρόεδρος και Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν προειδοποίησε μάλιστα αυστηρά την TÜSİAD, δηλώνοντας: «Στη νέα Τουρκία, θα ξέρετε τα όριά σας. Εάν είστε ένωση επιχειρηματιών, θα μάθετε να συμπεριφέρεστε ως ένωση επιχειρηματιών. Δεν θα προκαλείτε το έθνος, δεν θα προκαλείτε τους θεσμούς του κράτους, δεν θα επιχειρείτε να ασκείτε πιέσεις στη Δικαιοσύνη».
Αξιοσημείωτο είναι ότι, επιβλήθηκε απαγόρευση εξόδου από τη χώρα στην ηγεσία των βιομηχάνων, κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά από την ίδρυση της ένωσης μέχρι σήμερα.
Παιχνίδι ισχύος
Όπως είναι φυσικό επόμενο η εν λόγω κλιμάκωση της έντασης μεταξύ του Ερντογάν και των Τούρκων βιομηχάνων, δεν είναι τυχαία και έχει σημαντικές πολιτικές, οικονομικές και θεσμικές προεκτάσεις.
Ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών Τουρκίας (TÜSİAD) είναι ένας από τους ισχυρότερους επιχειρηματικούς φορείς της χώρας και παραδοσιακά έχει διαδραματίσει ρόλο στη χάραξη πολιτικής, πιέζοντας τις κυβερνήσεις για μεταρρυθμίσεις και φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές. Η εξελισσόμενη αντιπαράθεση δείχνει ότι η κυβέρνηση Ερντογάν θέλει να περιορίσει περαιτέρω την ανεξαρτησία των οικονομικών ελίτ και να αποτρέψει την πολιτική επιρροή τους.
Οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στα κορυφαία στελέχη της TÜSİAD – «δημόσια διάδοση παραπλανητικών πληροφοριών» και «απόπειρα επηρεασμού της δικαιοσύνης» – είναι παρόμοιες με αυτές που έχουν χρησιμοποιηθεί εναντίον δημοσιογράφων και μελών της αντιπολίτευσης στο παρελθόν. Αυτό υποδηλώνει ότι το καθεστώς Ερντογάν δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει δικαστικά μέσα για να φιμώσει οποιαδήποτε φωνή κριτικής.
Δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι η TÜSİAD αντιπροσωπεύει τις μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας, οι οποίες συνεισφέρουν σημαντικά στην τουρκική οικονομία και τις εξαγωγές. Αν η προεδρία συνεχίσει να επιτίθεται στους βιομηχάνους, μπορεί να προκληθεί μείωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών, τόσο εγχώριων όσο και ξένων.
Ποιες αναμένεται να είναι οι άμεσες επιπτώσεις;
Πρώτα από όλα η φυγή κεφαλαίων. Η απαγόρευση εξόδου των ηγετικών στελεχών της TÜSİAD δείχνει ότι η κυβέρνηση μπορεί να φοβάται ακόμη και διαρροή κεφαλαίων στο εξωτερικό. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πτώση της τουρκικής λίρας και σε δυσκολίες στις εμπορικές συναλλαγές.
Αν οι πανίσχυροι τούρκοι βιομήχανοι, επιλέξουν να αντισταθούν, το ρήγμα μπορεί να βαθύνει επικίνδυνα, προκαλώντας εσωτερική αναταραχή, προκαλώντας ισχυρό πλήγμα στη σταθερότητα του τουρκικού κράτους.
Ακολουθεί η πίεση στην οικονομία. Οι Τούρκοι βιομήχανοι έχουν ήδη εκφράσει ανησυχίες για τη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης. Η καταστολή των αντιδράσεων τους μπορεί να οδηγήσει σε απροθυμία επενδύσεων ή ακόμα και σε απεργίες και απολύσεις, επιδεινώνοντας την ανεργία και την οικονομική αστάθεια.
Και φυσικά οι διεθνείς αντιδράσεις. Αν το τουρκικό κράτος επιτεθεί ανοιχτά στους μεγαλύτερους επιχειρηματίες της χώρας, οι διεθνείς αγορές μπορεί να ερμηνεύσουν αυτό ως ένδειξη αυταρχισμού και αβεβαιότητας, επηρεάζοντας την αξιοπιστία της τουρκικής οικονομίας.
Ποιες είναι όμως και οι θεσμικές συνέπειες; Η TÜSİAD είναι ένας από τους ελάχιστους μηχανισμούς που μπορούσε να πιέσει την τουρκική κυβέρνηση για λογαριασμό του ιδιωτικού τομέα. Αν η κυβέρνηση καταφέρει να την αποδυναμώσει, θα έχει εξουδετερώσει τον σημαντικότερο ίσως φορέα που του ασκούσε κριτική.
Η σύγκρουση αυτή μπορεί να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής του Ερντογάν να εδραιώσει την εξουσία του, μειώνοντας τη δύναμη των ανεξάρτητων οικονομικών παραγόντων και συγκεντρώνοντας ακόμη περισσότερο έλεγχο.
Αχαριστία ή προφύλαξη;
Ο Ερντογάν βρίσκεται μπροστά σε μια από τις πιο επικίνδυνες εσωτερικές συγκρούσεις της πολιτικής του πορείας. Δεν αρκείται πλέον στην καταστολή των αντιπολιτευόμενων κομμάτων και των ανεξάρτητων ΜΜΕ – τώρα στρέφεται ευθέως κατά της ίδιας της οικονομικής ελίτ που τον στήριξε. Αυτό δεν είναι απλώς μια επίδειξη ισχύος, είναι μια κίνηση που μπορεί να πυροδοτήσει ένα ντόμινο αλυσιδωτών αντιδράσεων.
Αν οι βιομήχανοι υποκύψουν στον εκφοβισμό, ο Ερντογάν θα έχει κάνει ένα ακόμη βήμα προς την πλήρη αυταρχικοποίηση του καθεστώτος του, μετατρέποντας την Τουρκία σε μια χώρα όπου η πολιτική και η οικονομική ζωή είναι πλήρως ελεγχόμενες από το παλάτι του. Αν όμως οι πανίσχυροι τούρκοι βιομήχανοι, επιλέξουν να αντισταθούν, το ρήγμα μπορεί να βαθύνει επικίνδυνα, προκαλώντας εσωτερική αναταραχή, διαρροή κεφαλαίων – και ως φυσικό επακόλουθο – ένα ισχυρό πλήγμα στη σταθερότητα του τουρκικού κράτους.
Όμως σε κάθε περίπτωση, αυτή η σύγκρουση δεν είναι απλώς μια εσωτερική τουρκική υπόθεση. Οι αγορές παρακολουθούν. Οι διεθνείς επενδυτές ζυγίζουν τις επιλογές τους. Και οι πολιτικοί αντίπαλοι του Ερντογάν – εντός και εκτός Τουρκίας – περιμένουν να δουν αν αυτή θα είναι η αρχή της οικονομικής και πολιτικής του φθοράς ή αν θα καταφέρει για ακόμα μια φορά να επιβάλει τη δική του τάξη.



