Να στηρίξει τον – μη εκλεγμένο – «πρόεδρο» της Συρίας, και μαριονέτα της, τον «μετανοημένο» τζιχαντιστή με τη γραβάτα, Αλ Σαράα, έσπευσε η Αγκυρα, αμέσως μετά την επίθεση αυτοκτονίας στην ορθόδοξη εκκλησία, στη συνοικία Ντουέλα της Δαμασκού, στις 22 Ιουνίου, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 22 άνθρωποι και να τραυματιστούν 63.
Ως γνωστόν, η επίθεση αποδόθηκε στους τζιχαντιστές του «Ισλαμικού Κράτους» (ISIS), παρέα με τους οποίους – και «ομοϊδεάτης» τους – μέχρι πρόσφατα ήταν ο σημερινός «πρόεδρος» αλά τούρκα της χώρας. Παλαιότερα, έφερε το τζιχαντιστικό παρατσούκλι, Αλ Τζολάνι, αλλά πλέον φοράει γραβάτα και, χάρις στην υποστήριξη του Ερντογάν και μοναρχιών του Κόλπου, συναντάται πλέον με τον Ντόναλντ Τραμπ, ενώ κάθε τρεις και λίγο στη Δαμασκό αφίκνεινται Ευρωπαίοι υπουργοί, μεταξύ των οποίων και ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης. Ηδη, δε, η Δύση έχει αποφασίσει την άρση των κυρώσεων σε βάρος της Συρίας, τις οποίες είχε επιβάλλει όσο πρόεδρος της ήταν ο Ασσαντ.
«Η επίθεση αυτή αποσκοπεί στην υπονόμευση των προσπαθειών για την εγκαθίδρυση σταθερότητας και ασφάλειας στη Συρία και στη διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης και αρμονίας», αναφέρει η τουρκική κυβέρνηση, η οποία αμέσως έσπευσε να παράσχει κάλυψη στον Αλ Σαράα. Και συνεχίζει: «Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η συριακή κυβέρνηση και ο συριακός λαός θα διατηρήσουν την ενότητά τους και θα συνεχίσουν αποφασιστικά τον αγώνα τους κατά των τρομοκρατικών οργανώσεων που επιδιώκουν να δημιουργήσουν χάος στη χώρα. Ως Τουρκική Δημοκρατία, θα συνεχίσουμε να στεκόμαστε στο πλευρό της Συρίας και να παρέχουμε όλη την απαραίτητη υποστήριξη».
Η Αγκυρα, με την ανακοίνωσή της, υποννοεί εξωτερικό ή και εσωτερικό δάκτυλο αποσταθεροποίησης της «κυβέρνησης» της Δαμασκού. Μόνο που ήταν η ίδια η μυστική υπηρεσία της Τουρκίας, ΜΙΤ, και οι Ενοπλες Δυνάμεις της της γείτονος, οι οποίες έθρεψαν στον κόρφο τους το φίδι των τζιχαντιστών. Τους χρησιμοποίησαν, μάλιστα, πολλάκις τόσο κατά των Κούρδων όσο και σε στρατιωτικές επιχειρήσεις τους στο εξωτερικό ως μισθοφόρους (π.χ. Λιβύη). Και τώρα προσποιούνται ότι δεν ξέρουν τίποτα για τον φόνο.

Παρ’ ότι ο Αλ Σαράα και η «κυβέρνησή» του ευαγγελίζονται τη μεταμόρφωσή τους από «τζιχαντιστές – τέρατα» σε … «κοσμικές περιστερές», και υπόσχονται την καταπολέμηση των μέχρι χτες «συντρόφων» τους, τζιχανστιστών, από τον Δεκέμβριο του 2024, οπότε έφυγε ο Ασαντ, μέχρι σήμερα, διαδέχονται η μια την άλλη οι επιθέσεις σε εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες στη Συρία.
Κι’ αυτό τη στιγμή που τόσο ο Σαράα, όσο κυρίως ο πάτρωνάς του, Τουρκία, καταβάλλουν … φιλότιμες προσπάθειες για να καλλιεργήσουν στη διεθνή κοινότητα το προφίλ ενός «δημοκρατικού “προέδρου”» που μάχεται για τη σταθερότητα και την ανοικδόμηση της χώρας του. Ετσι κερδίζουν τη … συμπάθεια των Ευρωπαίων και των Αμερικανών, σε αντίθεση με τον «τύραννο» Ασαντ, με τον οποίο δεν ήθελαν καμία επαφή. Είναι πολλά τα λεφτά, εξάλλου, που έχουν να κερδίσουν οι δυτικές και τουρκικές εταιρείες από την ανασυγκρότηση της χώρας.
Εκτός των άλλων, προτιμούν να έχουν στη Συρία ένα «όργανο» της Τουρκίας, παρά να βλέπουν το Ιράν να απλώνεται μέχρι τα παράλια της Μεσογείου. Η πλειοδοσία υπέρ της Τουρκίας, της οποίας ο ρόλος στην περιοχή αναβαθμίζεται λόγω Συρίας, είναι εμφανής στη Δύση. Η Αγκυρα, επίσης, ως όλα δείχνουν, θα αποκομίσει κέρδη και από την σύγκρουση ΗΠΑ – Ισραήλ με το Ιράν. Είναι προτιμότερο να συνεννοείται κανείς με έναν «σύμμαχο» στο ΝΑΤΟ, όσο ιδιόμορφος κι’ αν είναι, από την Τεχεράνη. Αυτό είναι το σκεπτικό που κυριαρχεί στη Δύση.
Εάν και όταν τελειώσει η «περιπέτεια» με το Ιράν, μένει να φανεί πως θα εξελιχθούν οι σχέσεις του Ισραήλ με την Τουρκία, αρχής γενομένης με αιχμή το Συριακό. Ως γνωστόν, μερίδα Δυτικών αναλυτών που επανειλημμένως επικρίνουν την Τουρκία, δεν αποκλείουν μια αναμέτρηση στο άμεσο ή απώτερο μέλλον μεταξύ Ισραήλ – Τουρκίας. Κάτι, πάντως, που διόλου φαίνεται να το επιθυμεί ο Λευκός Οίκος, ο ένοικος του οποίου άλλωστε, όχι τυχαία, φροντίζει να εγκωμιάζει τον Ερντογάν δημοσίως ως …«φίλο» του.



