Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να ξεφύγει από μια αποτυχημένη πυρηνική κρίση επιστρέφοντας σε μια γνώριμη, αν και επίσης αποτυχημένη πυρηνική διαπραγμάτευση. Καθώς οι συνομιλίες με το Ιράν έχουν βρεθεί ξανά σε αδιέξοδο και ο Αμερικανός πρόεδρος δυσκολεύεται να βρει τρόπο απεμπλοκής από έναν πόλεμο που πίστευε ότι θα μπορούσε να τελειώσει γρήγορα, στρέφει ξανά το βλέμμα του σε έναν παλιό γνωστό, τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν.
Θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός νέου κύκλου. Στην πρώτη προεδρική θητεία του, ο Τραμπ υποσχέθηκε ότι θα έβαζε τέλος στο πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας. Συναντήθηκε τρεις φορές με τον Κιμ, διαφήμισε την προσωπική σχέση που είχε αναπτύξει μαζί του και προέβλεψε ότι η αποπυρηνικοποίηση θα προχωρούσε γρήγορα. Οι διαπραγματεύσεις τελικά κατέρρευσαν και η Πιονγκγιάνγκ συνέχισε ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Σήμερα, σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, η Βόρεια Κορέα διαθέτει περίπου 60 πυρηνικές κεφαλές, ενώ έχει αναπτύξει διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους που θεωρείται ότι μπορούν να φτάσουν στο αμερικανικό έδαφος. Ο Κιμ έχει καταστήσει σαφές ότι η χώρα του σκοπεύει να συνεχίσει να διευρύνει το πυρηνικό της οπλοστάσιο. Και όμως, ο Τραμπ επιστρέφει εκεί όπου είχε αποτύχει.
Από το Ιράν σε έναν παλιό γνώριμο
Η στροφή προς τη Βόρεια Κορέα έρχεται ακριβώς τη στιγμή που ο Τραμπ αναζητεί διέξοδο από την εμπλοκή στο Ιράν. Το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, ένα από τα βασικά επιχειρήματα για την αμερικανική επέμβαση παραμένει άλυτο. Τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου βρίσκονται θαμμένα κάτω από τα ερείπια εγκαταστάσεων που βομβάρδισαν οι ΗΠΑ, ενώ η προσοχή της Ουάσιγκτον έχει μετατοπιστεί όλο και περισσότερο στο πώς θα αποκατασταθεί η ασφαλής ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και θα περιοριστούν οι οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης.
Αντιμέτωπος με αυτό το αδιέξοδο, ο Τραμπ άρχισε ξανά να στέλνει δημόσια μηνύματα στον Κιμ. Ανάρτησε φωτογραφίες από την παλαιότερη συνάντησή τους, διακήρυξε ότι οι δυο τους τα πηγαίνουν «περίφημα» και επανέφερε τη γνώριμη πεποίθησή του ότι η προσωπική σχέση δύο ηγετών μπορεί να ξεπεράσει προβλήματα που η παραδοσιακή διπλωματία δεν έχει καταφέρει να λύσει.
Δεν περιορίστηκε όμως μόνο στα λόγια. Διέταξε το Πεντάγωνο να μειώσει την αμερικανική συμμετοχή στις ετήσιες κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με τη Νότια Κορέα, μια κίνηση που θυμίζει έντονα το 2018, όταν είχε επίσης περιορίσει κοινές ασκήσεις μετά την πρώτη σύνοδο με τον Κιμ στη Σιγκαπούρη.
Υπάρχει αυτή τη φορά και μια ακόμη διάσταση. Ο Τραμπ συνέδεσε την οργή του απέναντι στη Σεούλ με την άρνησή της να συνδράμει την αμερικανική προσπάθεια εναντίον του Ιράν ενώ έχει επανειλημμένα κατηγορήσει τη χώρα ότι δεν προσφέρει αρκετά για την αμερικανική στρατιωτική παρουσία και καθυστερεί επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων στις ΗΠΑ. Η κρίση από την οποία προσπαθεί να απομακρυνθεί στη Μέση Ανατολή επηρεάζει έτσι ακόμη και τις σχέσεις των ΗΠΑ με έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους τους στην Ασία.
Δύο πυρηνικές κρίσεις, δύο αντίθετες απαντήσεις
Το πιο ενδιαφέρον όμως βρίσκεται στη σύγκριση Ιράν και Βόρειας Κορέας. Το Ιράν δεν διέθετε πυρηνικά όπλα. Απέναντι στην Τεχεράνη ο Τραμπ επέλεξε τελικά τη στρατιωτική λύση με τις ΗΠΑ να βομβαρδίζουν τις πυρηνικές εγκαταστάσεις της. Από την άλλη, η Βόρεια Κορέα διαθέτει ήδη πυρηνικό οπλοστάσιο και μέσα μεταφοράς που μπορούν δυνητικά να απειλήσουν τις ΗΠΑ. Απέναντί της ο Τραμπ επιλέγει την προσωπική διπλωματία, επαινεί τον Κιμ και περιορίζει στρατιωτικές ασκήσεις με έναν σύμμαχο προκειμένου να δημιουργήσει ευνοϊκότερο κλίμα για συνομιλίες.
Ο μελετητής των πυρηνικών προγραμμάτων Ρόμπερτ Λίτγουακ περιγράφει αυτή την αντίθεση «δύο κρατών-παριών». Οι ΗΠΑ βρίσκονται σε πόλεμο με το Ιράν, ένα κράτος στο πυρηνικό κατώφλι, ενώ επιχειρούν να προσεγγίσουν έναν ηγέτη που διαθέτει πυρηνικά όπλα ικανά να απειλήσουν ακόμη και το αμερικανικό έδαφος. Η αντίφαση όμως δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμα παράδειγμα για το πόσο απρόβλεπτη και ασυνεπής είναι η εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Μπορεί να παράγει ένα πολύ συγκεκριμένο και εξαιρετικά επικίνδυνο μήνυμα.
Γιατί τι συμπέρασμα μπορεί να βγάλει ο Κιμ Γιονγκ Ουν από τον πόλεμο στο Ιράν; Η Τεχεράνη δεν απέκτησε πυρηνική βόμβα και τελικά δέχθηκε αμερικανική στρατιωτική επίθεση. Η Πιονγκγιάνγκ απέκτησε πυρηνικό οπλοστάσιο και ο πρόεδρος των ΗΠΑ επιδιώκει προσωπική συνάντηση με τον ηγέτη της.
Από την οπτική της Βόρειας Κορέας, η σύγκριση μπορεί να λειτουργήσει ως επιβεβαίωση ότι η απόφαση να αποκτήσει πυρηνικά όπλα ήταν σωστή. Το οπλοστάσιο δεν αποτελεί απλώς διαπραγματευτικό χαρτί. Αποτελεί την καλύτερη εγγύηση ότι η χώρα δεν θα αντιμετωπιστεί όπως το Ιράν.

Το μήνυμα προς την Τεχεράνη
Εδώ όμως η ιστορία των δύο πυρηνικών κρίσεων παύει να αφορά μόνο τη Βόρεια Κορέα. Για την Τεχεράνη, η σύγκριση μπορεί να οδηγήσει στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα από εκείνο που επιδίωκαν οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί. Εάν η παραμονή στο κατώφλι της πυρηνικής βόμβας δεν απέτρεψε τον πόλεμο, ενώ η κατοχή ενός πραγματικού πυρηνικού οπλοστασίου λειτουργεί ως ασπίδα για τη Βόρεια Κορέα, η απόκτηση πυρηνικών όπλων μπορεί να εμφανίζεται πλέον όχι ως πηγή μεγαλύτερου κινδύνου αλλά ως εγγύηση ασφάλειας.
Και βέβαια είναι ένα μήνυμα που δεν απευθύνεται μόνο στο Ιράν. Κάθε κυβέρνηση που παρακολουθεί τις δύο κρίσεις μπορεί να διαβάσει την ίδια εξίσωση. Οσο βρίσκεσαι ένα βήμα από την πυρηνική βόμβα κινδυνεύεις. Όταν όμως την αποκτήσεις και διαθέτεις αξιόπιστα μέσα για να τη χρησιμοποιήσεις, το κόστος μιας στρατιωτικής επίθεσης αυξάνεται δραματικά και η διαπραγμάτευση γίνεται πολύ πιθανότερη.
Αυτό αγγίζει τον πυρήνα του διεθνούς συστήματος μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων. Η αποτροπή της εξάπλωσής τους στηρίζεται και στην υπόθεση ότι ένα κράτος έχει περισσότερα να κερδίσει από την παραμονή του εκτός του πυρηνικού κλαμπ παρά από την είσοδό του σε αυτό. Η σύγκριση Ιράν και Βόρειας Κορέας κινδυνεύει να αντιστρέψει αυτή τη λογική.
Ο Τραμπ επιστρέφει λοιπόν στον Κιμ αναζητώντας μια διπλωματική επιτυχία μετά το αδιέξοδο του Ιράν. Επιστρέφει όμως σε έναν συνομιλητή ισχυρότερο από εκείνον που συνάντησε το 2018 και με ακόμη μικρότερο κίνητρο να εγκαταλείψει το πυρηνικό του οπλοστάσιο. Και ταυτόχρονα ο πόλεμος που υποτίθεται ότι θα εμπόδιζε το Ιράν να αποκτήσει πυρηνική βόμβα μπορεί να προσφέρει στην Τεχεράνη έναν ακόμη λόγο για να επιδιώξει ακριβώς αυτό.



