Ενας πολιτικός που έχει χτίσει ολόκληρη την καριέρα του πάνω στη διαχείριση της δυσαρέσκειας, θα έπρεπε να γνωρίζει καλύτερα. Η απόφασή του Γκερτ Βίλντερς να ρίξει πριν από λίγους μήνες την κυβέρνηση της Ολλανδίας διεκδικώντας ακόμη σκληρότερη στάση απέναντι στη μετανάστευση αποδείχθηκε λανθασμένος υπολογισμός. Οι κάλπες της Τετάρτης έδειξαν πως ο εκλογικός εκβιασμός που επιχείρησε απέτυχε: το Κόμμα της Ελευθερίας (PVV) υποχώρησε σημαντικά, χάνοντας το προβάδισμα που είχε κατακτήσει μόλις δύο χρόνια πριν.
Ο Βίλντερς δεν είναι ένας τυχαίος παίκτης ή περιθωριακή φιγούρα της ολλανδικής πολιτικής σκηνής. Για περισσότερες από δύο δεκαετίες, υπήρξε πρόσωπο-αναφορά για την ευρωπαϊκή ακροδεξιά. Με το Κόμμα της Ελευθερίας, δεν εντάχθηκε απλώς στο νέο κύμα εθνικισμού που σάρωσε την ήπειρο — το εξέθρεψε. Δημιούργησε ένα μοντέλο που αναμειγνύει την πολιτισμική ανασφάλεια με τον αντι-ισλαμικό φόβο, προσφέροντας έμπνευση και πολιτική «τεχνογνωσία» σε ομοϊδεάτες από τη Μασσαλία έως τη Βουδαπέστη.
Η στρατηγική του υπήρξε συνεπής και απλή: παρουσίασε το Ισλάμ όχι ως θρησκεία, αλλά ως ολοκληρωτική ιδεολογία, συγκρίσιμη —όπως έλεγε ο ίδιος— με τον ναζισμό ή τον κομμουνισμό.
Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου,τους πολέμους σε Αφγανιστάν και Ιράκ, την επέκταση του τζιχαντισμού, ο Βίλντερς αντιλήφθηκε ότι το κλίμα φόβου μπορούσε να μετατραπεί σε πολιτική δύναμη. Ετσι, το 2008 παρουσίασε το φιλμ Fitna, όπου συνδύαζε αποσπάσματα του Κορανίου με εικόνες τρομοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι είναι το ίδιο το Ισλάμ εκείνο που «ενθαρρύνει τη βία».
Προς μια αποφατική πολιτική
Αντί να επιχειρήσει να δώσει θετικό περιεχόμενο στην έννοια της ολλανδικής ταυτότητας, ο Βίλντερς επέλεξε να την ορίσει μέσα από τον αποκλεισμό. Το τι δεν είναι ολλανδικό —από τις μουσουλμανικές μαντήλες έως το ίδιο το Κοράνι— έγινε το βασικό του μήνυμα. Έτσι, η πολιτική του ταυτότητα οικοδομήθηκε πάνω στην άρνηση και τον αποκλεισμό του διαφορετικού.
Οι θέσεις του, όσο ακραίες κι αν έδειχναν αρχικά, σταδιακά άρχισαν να μπολιάζουν το κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα. Τα μεγάλα κόμματα, στην προσπάθειά τους να μη χάσουν ψηφοφόρους, υιοθέτησαν μέρος της ρητορικής του. Η δημόσια συζήτηση μετατοπίστηκε προς τα δεξιά, και η γλώσσα του Βίλντερς έπαψε να προκαλεί σοκ. Μια ρητορική που ξεκίνησε ως περιθωριακή κατέληξε να διαμορφώνει την κεντρική ατζέντα για τη μετανάστευση και την ασφάλεια.
Η εκλογική του νίκη τον Νοέμβριο του 2023 υπήρξε ιστορική. Το PVV αναδείχθηκε πρώτη πολιτική δύναμη με 37 έδρες στη Βουλή των 150 μελών και ποσοστό 23,5%, κάτι πρωτόγνωρο για ακροδεξιό κόμμα στην Ολλανδία. Ο Βίλντερς πίστεψε τότε πως είχε φτάσει η ώρα του. Όμως η κοινοβουλευτική αριθμητική αποδείχθηκε αμείλικτη για τον ίδιο και το κόμμα του.
Καμία μεγάλη πολιτική δύναμη δεν ήταν πρόθυμη να συνεργαστεί με έναν ηγέτη που απαιτούσε πάγωμα αιτήσεων ασύλου, απελάσεις Σύρων προσφύγων, τερματισμό στις επανενώσεις οικογενειών προσφύγων, χρήση του στρατού για τον έλεγχο της μετανάστευσης και μπλόκο στην είσοδο ατόμων από μουσουλμανικές χώρες. Μετά από μήνες διαπραγματεύσεων, ο σχηματισμός κυβέρνησης κατέστη δυνατός μόνο μέσω ενός εύθραυστου τετρακομματικού σχήματος, με τη συμμετοχή του PVV.
Ηταν μια συμμαχία που έμελλε όμως να καταρρεύσει πολύ γρήγορα. Ο Βίλντερς συνέχισε να πιέζει απαιτώντας από τους εταίρους του να υιοθετήσουν ένα σχέδιο 10 σημείων για το μεταναστευτικό — προτάσεις που εκείνοι αρνήθηκαν να αποδεχθούν. Η αποχώρησή του από τον συνασπισμό οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης και στην προκήρυξη νέων εκλογών.
Το αποτέλεσμα των εκλογών της Τετάρτης ήταν σαφές: το PVV υπέστη σοβαρές απώλειες, ενώ το κεντρώο D66 ενισχύθηκε αισθητά, αναλαμβάνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στις διερευνητικές εντολές. Αν και οι συζητήσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης παραμένουν δύσκολες, το πολιτικό τοπίο δείχνει πλέον να μετακινείται μακριά από την ακροδεξιά ατζέντα.

Η Ευρώπη του Βίλντερς
Παρά την προσωπική του ήττα, η επιρροή του Βίλντερς στην ήπειρο παραμένει βαθιά. Οι ιδέες που κάποτε τον καθιστούσαν παρία, έχουν πλέον διαποτίσει την πολιτική κανονικότητα. Στην Ιταλία, η Τζόρτζια Μελόνι κυβερνά επικεφαλής ενός μεταφασιστικού κόμματος που υιοθετεί παρόμοια ρητορική για τη μετανάστευση. Στη Φινλανδία και τη Σουηδία, ακροδεξιά κόμματα αποτελούν κρίσιμους εταίρους σε κυβερνητικούς συνασπισμούς. Στην Ουγγαρία και τη Σλοβακία, ο λόγος του εθνικισμού έχει γίνει θεσμική πραγματικότητα.
Ακόμη και σε χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία, όπου η ακροδεξιά δεν έχει ακόμη συμμετάσχει στην εξουσία, η επιρροή της είναι πλέον αναμφισβήτητη. Τα συντηρητικά κόμματα υιοθετούν όλο και πιο σκληρές θέσεις για το άσυλο, τα σύνορα και την εθνική ταυτότητα, υπό τον φόβο της απώλειας ψήφων προς τα δεξιά. Ο λόγος του Βίλντερς, με τη γλώσσα της πολιτισμικής καθαρότητας και της «προστασίας» των εθνικών αξιών μοιάζει να έχει γίνει τμήμα της ευρωπαϊκής πολιτικής καθημερινότητας.
Η αποδυνάμωση του Κόμματος της Ελευθερίας στις τελευταίες εκλογές ίσως κλείνει έναν κύκλο στην Ολλανδία, αλλά όχι απαραίτητα στην Ευρώπη. Η στρατηγική που εγκαινίασε –η σύζευξη εθνικισμού και αντι-ισλαμικού λόγου– αποτέλεσε για χρόνια πρότυπο πολιτικής επιτυχίας. Σήμερα, οι καρποί αυτής της στρατηγικής φαίνονται παντού: σε εκλογικά προγράμματα, σε τηλεοπτικές συζητήσεις, στην καθημερινή πολιτική φρασεολογία.
Ίσως, τελικά, ο Βίλντερς να πέτυχε περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζε. Αν και η προσωπική επιρροή του μοιάζει να υποχωρεί, οι ιδέες του έχουν ήδη περάσει στην πολιτική κληρονομιά της Ευρώπης. Και αυτό ίσως είναι για εκείνον η μεγαλύτερη –αν και πικρή– δικαίωση: ο εκβιασμός απέτυχε, αλλά ο σπόρος που φύτεψε έχει ριζώσει βαθιά.



