Για περισσότερο από τέσσερα χρόνια ο Ουκρανός πρόεδρος, Βολοντίμιρ Ζελένσκι διέθετε μια πειστική απάντηση σχεδόν σε κάθε ερώτηση για τους περιορισμούς στη δημοκρατική λειτουργία της χώρας: η Ουκρανία βρίσκεται σε πόλεμο. Τώρα ένας άνθρωπος που μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες βρισκόταν στην καρδιά της κυβέρνησής αντιστρέφει το επιχείρημα. Αν η Ουκρανία πολεμά, όπως το θέλει το επίσημο κρατικό αφήγημα, για να παραμείνει μια ελεύθερη ευρωπαϊκή δημοκρατία, πόσο ακόμη μπορεί ο ίδιος ο πόλεμος να χρησιμοποιείται ως λόγος για την αναστολή της λειτουργίας της;
Ο πρόσφατα αποπεμφθείς υπουργός Άμυνας Μιχαΐλο Φεντόροφ ζήτησε την Τρίτη τη διεξαγωγή προεδρικών εκλογών ακόμη και πριν από το τέλος του πολέμου, φέρνοντας τον Ζελένσκι αντιμέτωπο με τη σοβαρότερη εσωτερική πολιτική αμφισβήτηση από την έναρξη της ρωσικής εισβολής.. «Η δημοκρατία δεν μπορεί να κρατείται όμηρος από τη Ρωσία», υποστήριξε, ζητώντας έναν ασφαλή και νόμιμο μηχανισμό που θα επιτρέψει να ψηφίσουν στρατιώτες, πρόσφυγες και κάτοικοι των περιοχών κοντά στο μέτωπο.
Η παρέμβαση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή δεν προέρχεται από κάποιο φιλορωσικό κόμμα ή από έναν περιθωριακό αντίπαλο του Ζελένσκι. Ο 35χρονος Φεντόροφ υπήρξε υπουργός Ψηφιακού Μετασχηματισμού από το 2019, συνδέθηκε με την τεχνολογική αναμόρφωση του ουκρανικού κράτους και την ανάπτυξη των drones και μέχρι τον Ιούλιο ήταν υπουργός Άμυνας. Η αιφνιδιαστική αποπομπή του προκάλεσε διαδηλώσεις και τον μετέτρεψε μέσα σε λίγες εβδομάδες από στέλεχος της κυβέρνησης σε πιθανό αντίπαλο του προέδρου.
Κυρίως όμως ο Φεντόροφ ανοίγει μια συζήτηση που υπερβαίνει κατά πολύ το ερώτημα εάν μπορούν να στηθούν κάλπες ενώ πέφτουν πύραυλοι. Πότε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης παύει να αποτελεί προσωρινή εξαίρεση και μετατρέπεται σε τρόπο διακυβέρνησης;
Οι εκλογές είναι μόνο η αρχή
Υπάρχουν σοβαροί λόγοι για τους οποίους η Ουκρανία δεν έχει πραγματοποιήσει εκλογές από τη ρωσική εισβολή του Φεβρουαρίου του 2022. Ο στρατιωτικός νόμος απαγορεύει τη διεξαγωγή τους, εκατομμύρια Ουκρανοί έχουν εκτοπιστεί ή ζουν στο εξωτερικό, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και περίπου το ένα πέμπτο της χώρας βρίσκεται υπό ρωσική κατοχή. Η οργάνωση μιας αντιπροσωπευτικής ψηφοφορίας κάτω από αυτές τις συνθήκες αποτελεί πραγματικό πρόβλημα.
Η θητεία του Ζελένσκι όμως έληξε τυπικά τον Μάιο του 2024, ενώ οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές πραγματοποιήθηκαν το 2019. Ακόμη και η Freedom House, αμερικανική μη κερδοσκοπική οργάνωση που παρακολουθεί διεθνώς τα πολιτικά δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες, υποβάθμισε το 2026 την αξιολόγηση της Ουκρανίας ως προς την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση ακριβώς επειδή οι σημερινοί βουλευτές εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους χωρίς ανανεωμένη λαϊκή εντολή.
Τον Μάρτιο του 2022, λίγες εβδομάδες μετά την εισβολή, οι ουκρανικές αρχές ανέστειλαν τη λειτουργία 11 πολιτικών κομμάτων, επικαλούμενες δεσμούς με τη Ρωσία και κινδύνους για την εθνική ασφάλεια. Ακολούθησε νομοθεσία που επέτρεψε την οριστική απαγόρευση κομμάτων και, μέσα στο ίδιο έτος, δικαστικές διαδικασίες οδήγησαν στην απαγόρευση 16 πολιτικών σχηματισμών.
Ανάμεσά τους βρισκόταν η Πλατφόρμα της Αντιπολίτευσης – Για τη Ζωή. Δεν επρόκειτο για περιθωριακή οργάνωση: στις βουλευτικές εκλογές του 2019 είχε συγκεντρώσει 13,05% και διέθετε 44 έδρες, αποτελώντας τη δεύτερη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη.
Κόμματα, γλώσσα και Εκκλησία
Η προσπάθεια εθνικής ομογενοποίησης δεν άρχισε το 2022. Η νομοθεσία για την εκπαίδευση είχε ήδη από το 2017 περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα χρήσης μειονοτικών γλωσσών ως γλωσσών διδασκαλίας, ενισχύοντας τα ουκρανικά. Η Επιτροπή της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης είχε εξετάσει ειδικά τις επιπτώσεις των διατάξεων στις μειονοτικές γλώσσες.
Δεν είναι ακριβές να υποστηριχθεί ότι η διδασκαλία της ρωσικής απαγορεύθηκε συνολικά σε ολόκληρη τη χώρα. Είναι όμως σαφές ότι η θέση της ρωσικής στην εκπαίδευση και στη δημόσια σφαίρα περιορίστηκε δραστικά, σε μια χώρα όπου εκατομμύρια πολίτες είχαν τα ρωσικά ως μητρική ή καθημερινή γλώσσα. Ο πόλεμος επιτάχυνε μια διαδικασία που είχε αρχίσει αρκετά χρόνια νωρίτερα.
Η ίδια λογική της εθνικής ασφάλειας επεκτάθηκε και στη θρησκευτική ζωή. Το 2024 το ουκρανικό Κοινοβούλιο ψήφισε νόμο που απαγορεύει τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και επιτρέπει μέτρα εναντίον ουκρανικών θρησκευτικών οργανώσεων που θεωρούνται συνδεδεμένες μαζί της. Η Human Rights Watch προειδοποίησε ότι η ευρύτητα του νόμου μπορεί στην πράξη να επηρεάσει την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (UOC), μία από τις μεγαλύτερες θρησκευτικές οργανώσεις της χώρας, με συνέπειες για ενορίες, περιουσίες και πρόσβαση πιστών σε χώρους λατρείας.
Στο πεδίο της ενημέρωσης, τα μεγαλύτερα τηλεοπτικά δίκτυα εντάχθηκαν μετά την εισβολή στον ενιαίο ενημερωτικό «τηλεμαραθώνιο», με κυρίαρχη παρουσία της κυβερνητικής γραμμής, ενώ το 2022 ψηφίστηκε νομοθεσία που διεύρυνε τις κρατικές αρμοδιότητες απέναντι στα μέσα ενημέρωσης.
Η Freedom House επισημαίνει επίσης ότι από την έναρξη της εισβολής δημιουργήθηκε έντονο στίγμα γύρω από την πολιτική διαφωνία, καθώς ακόμη και η κριτική προς την κυβέρνηση ή τα αιτήματα για εκλογές μπορούσαν να παρουσιάζονται ως ενέργειες που εξυπηρετούν τη Ρωσία.
Καθένα από αυτά τα μέτρα μπορεί, μεμονωμένα, να δικαιολογηθεί από τις έκτακτες συνθήκες του πολέμου. Η συσσώρευσή τους όμως επί τεσσεράμισι χρόνια έχει σταδιακά μετατρέψει την έκτακτη ανάγκη από αιτιολογία προσωρινών περιορισμών σε μηχανισμό νομιμοποίησης μιας ολοένα μεγαλύτερης συγκέντρωσης της εξουσίας.
Η κόκκινη γραμμή της διαφθοράς

Το 2025 η κυβέρνηση παραβίασε ένα ακόμα όριο. Η Βουλή ψήφισε και ο Ζελένσκι υπέγραψε νομοθεσία που περιόριζε την ανεξαρτησία των δύο βασικών θεσμών καταπολέμησης της διαφθοράς, του Εθνικού Γραφείου Καταπολέμησης της Διαφθοράς (NABU) και της Ειδικής Εισαγγελίας κατά της Διαφθοράς (SAPO), αυξάνοντας τον έλεγχο του γενικού εισαγγελέα πάνω στη λειτουργία τους.
Οι αντιδράσεις ήταν τέτοιες ώστε ο Ζελένσκι αναγκάστηκε να υποχωρήσει και η ανεξαρτησία των δύο υπηρεσιών αποκαταστάθηκε. Η υποχώρηση όμως δεν εξαφανίζει όσα είχαν προηγηθεί. Για να αποκατασταθεί η αυτονομία δύο θεσμών που δημιουργήθηκαν ακριβώς για να ελέγχουν την πολιτική εξουσία χρειάστηκαν διαδηλώσεις στο εσωτερικό και πιέσεις από τους Ευρωπαίους συμμάχους της Ουκρανίας.
Και η υπόθεση δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένη από όσα έχουν συσσωρευτεί: εκλογές που δεν πραγματοποιούνται, πολιτικά κόμματα που απαγορεύθηκαν, περιορισμοί στη δημόσια παρουσία της ρωσικής γλώσσας, κρατικές παρεμβάσεις στη θρησκευτική ζωή, περιορισμός της πολυφωνίας στην τηλεοπτική ενημέρωση, μικρότερη κοινοβουλευτική διαφάνεια και απόπειρες ελέγχου ανεξάρτητων θεσμών.
Η εικόνα μιας ουκρανικής δημοκρατίας που απλώς ανέστειλε προσωρινά ορισμένες λειτουργίες της για να αντιμετωπίσει μια εισβολή γίνεται έτσι ολοένα δυσκολότερο να περιγράψει ολόκληρη την πραγματικότητα.
Ο πόλεμος δημιούργησε πραγματικές ανάγκες για έκτακτα μέτρα. Δημιούργησε όμως ταυτόχρονα το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η επέκταση της κρατικής και προεδρικής εξουσίας μπορούσε σχεδόν πάντοτε να νομιμοποιείται στο όνομα της ασφάλειας.
Ο αντίπαλος βγήκε μέσα από το σύστημα
Αυτό ακριβώς κάνει την παρέμβαση Φεντόροφ τόσο επικίνδυνη για τον Ζελένσκι. Δεν αμφισβητεί την ανάγκη αντίστασης στη Ρωσία. Δεν ζητά συνθηκολόγηση ούτε εγκατάλειψη του ευρωπαϊκού προσανατολισμού. Υποστηρίζει ότι η αντίσταση στη Ρωσία δεν μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμη δικαιολογία για την αναστολή της πολιτικής κανονικότητας στο εσωτερικό.
Και δεν πρόκειται πλέον για μια θεωρητική αντιπαράθεση. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν τον Φεντόροφ ως υπολογίσιμο πολιτικό αντίπαλο, ενώ ο Ζελένσκι δεν διαθέτει πια την πολιτική κυριαρχία των πρώτων χρόνων του πολέμου. Ο πρώην υπουργός δεν έχει ανακοινώσει υποψηφιότητα, αλλά η δημόσια απαίτησή του για εκλογές μεταφέρει για πρώτη φορά τη συζήτηση από το «πότε θα τελειώσει ο πόλεμος» στο «πόσο μπορεί να περιμένει η δημοκρατία».
Ο Ζελένσκι απέκτησε τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο όταν τον Φεβρουάριο του 2022 παρέμεινε στο Κίεβο και έγινε το διεθνές πρόσωπο της ουκρανικής αντίστασης. Αυτό όμως δεν μπορεί να μετατρέπεται σε απεριόριστη πολιτική πίστωση.
Η Ουκρανία ζητά εδώ και χρόνια από τους πολίτες της τεράστιες θυσίες και από την Ευρώπη οικονομική, στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη στο όνομα, μεταξύ άλλων, της υπεράσπισης ενός διαφορετικού πολιτικού μοντέλου από εκείνο της Ρωσίας. Όσο όμως περιορίζεται ο πολιτικός ανταγωνισμός, η εξουσία συγκεντρώνεται και διευρύνονται οι περιορισμοί στο όνομα της εθνικής ασφάλειας, τόσο περισσότερο θολώνει η εικόνα της Ουκρανίας ως δημοκρατικού αντίποδα της Ρωσίας.
Η σοβαρότερη πρόκληση για τον Ζελένσκι μπορεί επομένως να μην είναι αν ο Φεντόροφ θα τον νικήσει κάποτε στις κάλπες. Είναι ότι ένας άνθρωπος που υπηρέτησε το ίδιο το σύστημα εξουσίας αμφισβητεί πλέον δημόσια μια παραδοχή που για χρόνια έμενε σχεδόν στο απυρόβλητο: ότι ο πόλεμος αρκεί για να δικαιολογεί τη διαρκή παράταση της πολιτικής εξαίρεσης.
Η εισβολή επέβαλε στην Ουκρανία πραγματικούς και σκληρούς περιορισμούς. Δεν όρισε όμως από μόνη της πού πρέπει να σταματούν. Αυτά τα όρια τα χαράζει η πολιτική εξουσία. Και όσο περισσότερο παρατείνεται ο πόλεμος, τόσο δυσκολότερο γίνεται να ξεχωρίσει κανείς ποια μέτρα εξακολουθούν να υπηρετούν την άμυνα της χώρας και ποια αρχίζουν να υπηρετούν τη διατήρηση της εξουσίας που τα επέβαλε.



