Ποιος θα μπορούσε να γίνει ο Τραμπ μετά τον Τραμπ; Μέχρι πριν από λίγους μήνες το ερώτημα έμοιαζε σχεδόν απαγορευμένο στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται ακόμη στον Λευκό Οίκο, εξακολουθεί να κυριαρχεί στο κόμμα και οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου προηγούνται κατά δύο χρόνια της επόμενης προεδρικής αναμέτρησης.
Τώρα όμως ο ίδιος ο Τραμπ έχει αρχίσει να δίνει την απάντησή του. Η Washington Post αποκάλυψε στις αρχές Αυγούστου ότι σε ιδιωτική συνάντηση με σημαντικούς χορηγούς στον Λευκό Οίκο ο Αμερικανός πρόεδρος μίλησε για τον αντιπρόεδρό του Τζέι Ντι Βανς με τρόπο που δύσκολα παρερμηνεύεται: το 2028, είπε, «πρέπει να εκλέξουμε τον Τζέι Ντι».
Δεν ήταν ένα επίσημο χρίσμα. Δημοσίως ο Τραμπ εξακολουθεί να αφήνει περιθώρια άλλων ερμηνειών και να μιλά θετικά και για άλλα στελέχη της κυβέρνησής του. Αλλά για πρώτη φορά ο άνθρωπος που αναμόρφωσε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δείχνει τόσο καθαρά ποιον θα ήθελε να δει να τον διαδέχεται.
Δεν αναζητούμε επομένως μόνο ποιοι Ρεπουμπλικανοί θα μπορούσαν να είναι υποψήφιοι το 2028. Αναζητούμε ποιος θα μπορούσε να κληρονομήσει μια πολιτική δύναμη, τον τραμπισμό, που επί μία δεκαετία υπήρξε σχεδόν αδιαχώριστη από ένα και μόνο πρόσωπο.
Ο Τραμπ δείχνει προς τον Βανς
Ο Τζέι Ντι Βανς ξεκινά με πλεονεκτήματα που κανένας πιθανός αντίπαλός του δεν διαθέτει. Είναι σήμερα αντιπρόεδρος, βρίσκεται καθημερινά στο κέντρο της εξουσίας και έχει εξελιχθεί σε έναν από τους αποτελεσματικότερους μεταφραστές του MAGA σε περισσότερο συγκροτημένη πολιτική πρόταση.
Εκπροσωπεί τον οικονομικό εθνικισμό, τον προστατευτισμό και μια μεγαλύτερη επιφύλαξη απέναντι στις στρατιωτικές επεμβάσεις στο εξωτερικό. Κυρίως όμως μπορεί να ισχυριστεί ότι αποτελεί συνέχεια και όχι διόρθωση του Τραμπ. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πόσο ισχυρή είναι ήδη αυτή η θέση. Σε έρευνα της YouGov για το χρίσμα του 2028, ο Βανς συγκέντρωνε 44% μεταξύ Ρεπουμπλικανών και ανεξάρτητων που κλίνουν προς το κόμμα. Ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ ακολουθούσε με 10%, ο κυβερνήτης της Φλόριντα, Ρον ΝτεΣάντις με 8%, ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο με 4% και ο γερουσιαστής του Τέξας, Τεντ Κρουζ με μόλις 2%.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η στάση του ίδιου του Ρούμπιο. Ο άνθρωπος που θα μπορούσε να εξελιχθεί στον ισχυρότερο αντίπαλο του Βανς έχει δηλώσει ότι θα τον υποστηρίξει εφόσον είναι υποψήφιος. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο δρόμος προς το 2028 έχει ήδη κλείσει. Στην αμερικανική πολιτική τρία χρόνια αποτελούν σχεδόν αιωνιότητα. Σημαίνει όμως ότι όποιος θελήσει να αμφισβητήσει τον Βανς δεν ξεκινά από μειονεκτική θέση.
Το φαβορί και όσοι περιμένουν

Γύρω από τον Βανς αρχίζουν ήδη να διακρίνονται οι πρώτες αντιστάσεις. Ο μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης, Ρούπερτ Μέρντοχ, ο οποίος είχε προσπαθήσει να αποτρέψει τον Τραμπ από το να επιλέξει τον Βανς ως υποψήφιο αντιπρόεδρο το 2024, έχει δείξει μεγαλύτερη συμπάθεια προς τον Ρούμπιο. Ο δισεκατομμυριούχος ιδρυτής της Citadel και σημαντικός χρηματοδότης των Ρεπουμπλικανών, Κεν Γκρίφιν έχει επίσης δηλώσει ότι θα προτιμούσε τον σημερινό υπουργό Εξωτερικών.
Δεν πρόκειται απλώς για προσωπικές προτιμήσεις. Ο Ρούμπιο, μολονότι έχει υιοθετήσει μεγάλο μέρος της ατζέντας του Τραμπ, διατηρεί περισσότερες γέφυρες με τους παραδοσιακούς χρηματοδότες του κόμματος και με την παλαιότερη, περισσότερο παρεμβατική σχολή της ρεπουμπλικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Βανς αντιπροσωπεύει πολύ καθαρότερα τη ρήξη με αυτή την παράδοση.
Και βέβαια υπάρχει και ο Τεντ Κρουζ. Ο γερουσιαστής του Τέξας, που διεκδίκησε το χρίσμα απέναντι στον Τραμπ το 2016, επιχειρεί ξανά να δημιουργήσει δικό του πολιτικό μηχανισμό. Έχει υποστηρίξει σε εσωκομματικές αναμετρήσεις υποψηφίους απέναντι στις επιλογές του Λευκού Οίκου και έχει διαφοροποιηθεί από τη σχολή εξωτερικής πολιτικής του Βανς και συμμάχων του όπως ο Τάκερ Κάρλσον.
Το ενδιαφέρον είναι ότι κανένας από αυτούς δεν προτείνει επιστροφή στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα της προ Τραμπ εποχής. Η εποχή κατά την οποία ένας υποψήφιος μπορούσε να εμφανιστεί ως η επιστροφή στην κανονικότητα των Μπους, Ρόμνεϊ και Μακέιν φαίνεται να έχει παρέλθει οριστικά.
Το 62% των Ρεπουμπλικανών αυτοπροσδιοριζόταν τον Μάιο ως MAGA, σύμφωνα με ανάλυση του Brookings, έναντι μόλις 38% τον Σεπτέμβριο του 2022. Όποιος θέλει επομένως να διαδεχθεί τον Τραμπ πρέπει να κινηθεί σε ένα κόμμα που έχει ήδη μετασχηματιστεί από αυτόν. Το πραγματικό ερώτημα είναι επομένως ποιος μπορεί να κερδίσει τους ψηφοφόρους του χωρίς να διαθέτει τον ίδιο τον Τραμπ.
Το πρόβλημα του χρίσματος
Οι προκριματικές εκλογές του 2026 προσφέρουν μια πρώτη ενδιαφέρουσα απάντηση. Στη Νότια Καρολίνα, η προσωρινή γερουσιαστής Ντάρλιν Γκράχαμ, την οποία υποστήριξε ο Τραμπ, ήρθε πρώτη στις 11 Αυγούστου αλλά δεν εξασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία και οδηγείται σε δεύτερο γύρο στις 25 Αυγούστου με τον βουλευτή Ραλφ Νόρμαν.
Ο Νόρμαν όμως δεν είναι μετριοπαθής αντίπαλος του MAGA. Ανήκει στη σκληρή συντηρητική πτέρυγα. Οι ψηφοφόροι μπορούν επομένως να απορρίψουν την επιλογή του Τραμπ χωρίς να εγκαταλείψουν τον πολιτικό κόσμο του.
Την ίδια ημέρα στη Μινεσότα ο προσωπικά υποστηριζόμενος από τον πρόεδρο Μάικ Λίντελ, επιχειρηματίας και ένας από τους γνωστότερους αμφισβητίες του αποτελέσματος των εκλογών του 2020, έχασε την προκριματική αναμέτρηση για το χρίσμα του κυβερνήτη από την πρόεδρο της πολιτειακής Βουλής Λίζα Ντέμουθ. Είχαν προηγηθεί άλλες ήττες υποψηφίων που είχε επιλέξει ο Τραμπ στην Αϊόβα, την Τζόρτζια και το Τενεσί.
Οι ήττες αυτές παραμένουν πάντως λίγες σε σχέση με τη συνολική εικόνα. Οι υποψήφιοι που έχει υποστηρίξει ο Τραμπ έχουν κερδίσει τη συντριπτική πλειονότητα των αναμετρήσεών τους. Κανένας άλλος Ρεπουμπλικανός δεν διαθέτει σήμερα συγκρίσιμη επιρροή πάνω στη βάση του κόμματος.
Οι λίγες ήττες όμως αποκαλύπτουν κάτι που θα αποκτήσει τεράστια σημασία όταν έρθει η ώρα της διαδοχής. Η πολιτική ταυτότητα που δημιούργησε ο Τραμπ μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη από την ικανότητά του να υπαγορεύει κάθε προσωπική επιλογή.
Πριν από το 2028 θα προηγηθεί βέβαια ο Νοέμβριος του 2026. Μια ισχυρή επίδοση των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές θα ενισχύσει την ικανότητα του Τραμπ να χρίσει τον διάδοχό του και, μαζί της, τη θέση του Βανς. Μια βαριά ήττα θα μπορούσε να ανοίξει ξανά την κούρσα πολύ νωρίτερα από όσο σήμερα φαίνεται πιθανό.
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα που κανένα προεδρικό χρίσμα και καμία δημοσκόπηση δεν μπορούν ακόμη να λύσουν. Ο Τραμπ δημιούργησε μια εξαιρετικά προσωπική σχέση με εκατομμύρια ψηφοφόρους, επέζησε από εκλογικές ήττες, ποινικές διώξεις, σκάνδαλα και επανειλημμένες προβλέψεις ότι η πολιτική του καριέρα είχε τελειώσει. Μετέτρεψε τελικά το ίδιο του το πρόσωπο σε πολιτική ταυτότητα.
Ο Βανς μπορεί να κληρονομήσει την υποστήριξή του, την αντιπροεδρία, μεγάλο μέρος της ατζέντας του και ίσως ακόμη και τον κομματικό μηχανισμό που δημιούργησε. Δεν γνωρίζουμε όμως αν μπορεί να κληρονομήσει τη σχέση του Τραμπ με τους ψηφοφόρους του.
Και εκεί θα κριθεί τελικά ο «Τραμπ μετά τον Τραμπ». Γιατί το δυσκολότερο για τον επόμενο ηγέτη των Ρεπουμπλικανών δεν θα είναι να πάρει την «ευλογία» του σημερινού προέδρου. Θα είναι να κάνει αυτό που μέχρι σήμερα κανένας άλλος Ρεπουμπλικανός δεν έχει καταφέρει: να κρατήσει ενωμένο το εκλογικό σώμα του Τραμπ χωρίς να είναι ο Τραμπ.



