Η ιδιωτικοποίηση των δικτύων ύδρευσης εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια σε ένα από τα πιο έντονα πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης διεθνώς. Από τη Βρετανία, όπου η ιδιωτικοποίηση του νερού βρίσκεται στο επίκεντρο ολοένα εντονότερης κριτικής, μέχρι τη Λατινική Αμερική, η υπόσχεση για εκσυγχρονισμό και αποτελεσματικότερες υπηρεσίες μεταφράζεται σύντομα σε μια διαφορετική πραγματικότητα: φουσκωμένοι λογαριασμοί, μειωμένος δημόσιος έλεγχος και μεταφορά κρίσιμων υποδομών σε εταιρείες που λογοδοτούν πρωτίστως στους μετόχους τους και όχι στους πολίτες.
Στην Πενσυλβάνια των ΗΠΑ, η αντιπαράθεση για τον έλεγχο του νερού μπαίνει σε νέα φάση. Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν μια δεκαετία συνεχών εξαγορών δημοτικών δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης από ιδιωτικές εταιρείες, το κοινοβούλιο της πολιτείας εξετάζει τώρα το ενδεχόμενο ανατροπής του νομοθετικού πλαισίου που άνοιξε τον δρόμο σε αυτό το κύμα ιδιωτικοποιήσεων.
Τον Μάρτιο, νομοσχέδιο που προβλέπει την κατάργηση του Act 12 πέρασε για πρώτη φορά από αρμόδια επιτροπή της Βουλής της Πενσυλβάνιας. Πρόκειται μόνο για το πρώτο βήμα μιας πολιτικής σύγκρουσης που αναμένεται να είναι μακρά και σκληρή. Το νομοσχέδιο δεν έχει ακόμη φτάσει στην ολομέλεια, ενώ απέναντί του βρίσκονται εταιρείες που έχουν επενδύσει επί χρόνια εκατομμύρια δολάρια σε εκστρατείες πολιτικής επιρροής.
Το Act 12, που ψηφίστηκε το 2016 έπειτα από πολυετή πίεση των μεγάλων εταιρειών του κλάδου, θεωρείται από τους επικριτές του η βασική αιτία έκρηξης των εξαγορών που ακολούθησε. Ο νόμος επιτρέπει στις ιδιωτικές εταιρείες να αγοράζουν δημοτικά δίκτυα σε τιμές που συχνά υπερβαίνουν κατά πολύ την πραγματική αξία των υποδομών.
Το παράδοξο του συστήματος είναι ότι τόσο ο πωλητής όσο και ο αγοραστής έχουν συμφέρον από μια υψηλή τιμή πώλησης. Οι δήμοι εισπράττουν περισσότερα χρήματα, ενώ οι εταιρείες γνωρίζουν ότι θα ανακτήσουν το κόστος μέσω μελλοντικών αυξήσεων στα τιμολόγια.
Οι καταναλωτές, ο μεγάλος χαμένος
Ο τελικός λογαριασμός φτάνει επομένως στους καταναλωτές. Σύμφωνα με στοιχεία του οργανισμού «In The Public Interest», οι λογαριασμοί νερού στα ιδιωτικά δίκτυα της Πενσυλβάνιας είναι κατά μέσο όρο 84% ακριβότεροι από εκείνους των δημόσιων συστημάτων. Ανάλυση του 2023 κατέγραψε αυξήσεις των τιμολογίων νερού από 44% έως και 166% μετά την ολοκλήρωση των ιδιωτικοποιήσεων.
Το 2022 μια τετραμελής οικογένεια πλήρωνε έως και 2.042 δολάρια ετησίως σε ιδιωτικά δίκτυα, όταν τα προηγούμενα χρόνια αντίστοιχες δημόσιες αρχές παρείχαν την ίδια ποσότητα νερού με κόστος που κυμαινόταν μεταξύ 516 και 700 δολαρίων τον χρόνο.
Οι εταιρείες υποστηρίζουν βέβαια ότι οι αυξήσεις αντανακλούν επενδύσεις σε υποδομές που πολλοί δήμοι αδυνατούν να κάνουν. Οι επικριτές αντιτείνουν ότι το μοντέλο βασίζεται σε ένα απλό οικονομικό παράδοξο: οι εταιρείες αγοράζουν δίκτυα σε υπερτιμημένες αξίες, μετακυλίουν το κόστος στους καταναλωτές και ταυτόχρονα αποκομίζουν κέρδη από την ίδια την επένδυση.
Η αντεπίθεση των τοπικών κοινωνιών
Δεν είναι τυχαίο ότι η κοινωνική αντίσταση απέναντι στις εξαγορές έχει ενταθεί θεαματικά τα τελευταία χρόνια. Σε δεκάδες πόλεις και κωμοπόλεις της Πενσυλβάνιας έχουν δημιουργηθεί οργανώσεις πολιτών όπως οι οργανώσεις Κρατήστε το Νερό Προσιτό (Keep Water Affordable) και Γείτονες κατά των Ιδιωτικοποιήσεων (Neighbors Oppose Privatization Efforts). Οι συλλογικότητες αυτές οργανώνουν δημόσιες συνελεύσεις, προσφεύγουν στα δικαστήρια, ασκούν πολιτική πίεση και σε ορισμένες περιπτώσεις καταφέρνουν ακόμη και να εκλέξουν εκπροσώπους σε τοπικά συμβούλια.
Η πιο γνωστή από αυτές τις μάχες εκτυλίχθηκε στο Τσέστερ, μια πόλη 33.000 κατοίκων έξω από τη Φιλαδέλφεια. Έπειτα από μια διαμάχη σχεδόν εννέα ετών, το Ανώτατο Δικαστήριο της Πενσυλβάνιας μπλόκαρε τον Ιανουάριο την πώληση της δημοτικής αρχής ύδρευσης στην Aqua Pennsylvania. Η απόφαση θεωρήθηκε σημαντική νίκη για τους υποστηρικτές του δημόσιου χαρακτήρα του νερού και ενίσχυσε περαιτέρω το κίνημα κατά των ιδιωτικοποιήσεων.
Το Τσέστερ δεν ήταν η μοναδική επιτυχία. Το 2020 ακτιβιστές απέτρεψαν την πώληση του συστήματος αποχέτευσης του Νόρισταουν. Δύο χρόνια αργότερα εγκαταλείφθηκε συμφωνία ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην κομητεία Μπακς, η οποία θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη ιδιωτικοποίηση δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης στην ιστορία των ΗΠΑ. Σε άλλες περιοχές, όπως το Τοαμέντσιν, οι κάτοικοι κατάφεραν να ενσωματώσουν ακόμη και απαγορεύσεις ιδιωτικοποίησης στους δημοτικούς κανονισμούς.
Η πίεση αρχίζει πλέον να αλλάζει και το πολιτικό κλίμα. Τον Απρίλιο, ο κυβερνήτης της Πενσυλβάνιας, Τζος Σαπίρο προειδοποίησε τις εταιρείες κοινής ωφέλειας ότι η πολιτεία θα εξετάζει πολύ πιο αυστηρά τις αυξήσεις τιμολογίων. Ηταν μια δήλωση που θεωρήθηκε σαφές μήνυμα προς έναν κλάδο που για χρόνια απολάμβανε ιδιαίτερα ευνοϊκό ρυθμιστικό περιβάλλον.

Μονοπωλιακές συνθήκες
Οι επιχειρήσεις, ωστόσο, δεν φαίνονται διατεθειμένες να υποχωρήσουν. Η American Water και η Essential Utilities, οι δύο μεγαλύτεροι παίκτες της αγοράς, προχωρούν σε συγχώνευση, μια κίνηση που αναμφίβολα θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη συγκέντρωση του κλάδου. Παράλληλα, βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη νέες διαδικασίες για αυξήσεις τιμολογίων σε χιλιάδες καταναλωτές.
Για τα κινήματα κατά της ιδιωτικοποίησης, το πρόβλημα δεν αφορά βέβαια μόνο τις τιμές. Το νερό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «φυσικό μονοπώλιο». Δεν είναι πρακτικά δυνατό να λειτουργούν δύο ανταγωνιστικά δίκτυα ύδρευσης στην ίδια περιοχή. Όταν λοιπόν ένα τέτοιο δίκτυο περνά σε ιδιωτικά χέρια, οι καταναλωτές δεν έχουν τη δυνατότητα να στραφούν σε κάποιον ανταγωνιστή αν διαφωνούν με τις χρεώσεις ή την ποιότητα των υπηρεσιών.
Αυτός είναι και ο λόγος που η αντιπαράθεση στην Πενσυλβάνια παρακολουθείται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον πέρα από τα όρια της πολιτείας. Η έκβαση της μάχης γύρω από το Act 12 θα αποτελέσει πιθανότατα σημείο αναφοράς για αντίστοιχες συγκρούσεις σε ολόκληρες τις ΗΠΑ. Και σε μια εποχή όπου η κλιματική κρίση καθιστά το νερό ολοένα πιο πολύτιμο πόρο, η συζήτηση γύρω από το ποιος το ελέγχει και ποιος κερδίζει από αυτό αποκτά σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μιας τοπικής διαμάχης.



