Στοιχεία που επιβεβαιώνουν την άκρως προβληματική κατάσταση του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Τζο Μπάϊντεν, έρχονται στο φως της δημοσιότητας.
Βέβαια, δεν χρειαζόταν να γίνουν γνωστές...
«Σήμερα διαμορφώνεται στην Αμερική μια ολιγαρχία ακραίου πλούτου, ισχύος και επιρροής, η οποία πραγματικά απειλεί ολόκληρη τη δημοκρατία μας, τα βασικά μας δικαιώματα και την ελευθερία και τη δίκαιη ευκαιρία που θα πρέπει να έχει ο καθένας να ανελιχθεί», τόνισε ο Μπάιντεν, στην τελευταία ομιλία του, προτού αποχωρήσει από τον Λευκό Οίκο. Τη Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2025, ορκίζεται για τη δεύτερη θητεία του, ο εκ νέου πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τράμπ
Δύο μήνες προτού αποχωρήσει ο Μπάϊντεν από τη θέση του προέδρου των ΗΠΑ, «κληροδοτεί» νέα επικίνδυνα τετελεσμένα στον Ντόναλντ Τράμπ, τη στιγμή που η παγκόσμια ειρήνη κρέμεται από μια κλωστή. Σύμφωνα με πληροφορίες στον αμερικανικό Τύπο, φέρεται να έδωσε το πράσινο φως στο Κίεβο για πλήγματα με δυτικά οπλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς, που έχουν δοθεί στην Ουκρανία, εντός της Ρωσίας. Κάτι που το Κρεμλίνο είχε χαρακτηρίσει ως «αιτία πολέμου» Ρωσίας - Δύσης. Βρετανία και Γαλλία επίσης φέρονται να έδωσαν το «Οκ»
Δύσκολα θα ανέμενε κάποιος πως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το λεγόμενο “προπύργιο” της ελεύθερης έκφρασης και γνώμης θα βρίσκονταν στο στόχαστρο των διεθνών δημοσιογραφικών οργανώσεων για σοβαρές παραβιάσεις της ελευθερίας του τύπου. Η έκθεση που κυκλοφόρησαν η διεθνής οργάνωση “Δημοσιογράφοι χωρίς Σύνορα RSF ανέλυσαν την κατάσταση σε ότι αφορά τα μίντια σε τέσσερις βασικές πολιτείες-και διαπίστωσε ότι καμία δεν αποτελεί πρότυπο ελευθερίας του Τύπου. Οι δημοσιογράφοι και οι ειδικοί των μέσων ενημέρωσης σε αυτές τις πολιτείες, ανησυχούν ιδιαίτερα για τη δεινή οικονομική κατάσταση των μέσων ενημέρωσης, την έλλειψη ανταπόκρισης από κυβερνητικούς αξιωματούχους και την αυξανόμενη εχθρότητα από τους τοπικούς πολιτικούς ηγέτες. Αποτέλεσμα είναι ότι για το 2024 οι ΗΠΑ κατρακύλησαν στο Δείκτη ελεθευρίας του Τύπου κατά 10 θέσεις.
Η προεκλογική εκστρατεία των ΗΠΑ ενόψει των εκλογών της 5ης Νοεμβρίου διακρίνεται για την έντασή της, με τον πρώην Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και την Αντιπρόεδρο Κάμαλα Χάρις να βρίσκονται σχεδόν ισόπαλοι και την κοινωνία βαθιά πολωμένη.
Η κυβέρνηση Μακρόν αναζητά 54 δισ. ευρώ με πάγωμα μισθών και περιορισμό δαπανών, ενώ διατηρεί τις φορολογικές επιλογές που ευνόησαν κεφάλαιο και μεγάλες περιουσίες. Η λιτότητα επιστρέφει στη Γαλλία και οι εργαζόμενοι απαντούν με κινητοποιήσεις.