Κατηγορώντας τον πρωθυπουργό Βενιαμίν Νετανιάχου ότι εμποδίζει το Ισραήλ να επιτύχει “πραγματική νίκη” στον πόλεμο κατά της Χαμάς, ο πρόεδρος της Εθνικής Ενότητας, Μπένι Γκαντζ, ανακοίνωσε την πολυαναμενόμενη απόσυρση του κόμματός του από την κυβέρνηση το βράδυ της περασμένης Κυριακής, αφού είχε θέσει εδώ και εβδομάδες ως προϋπόθεση της συνέχισης της υποστήριξής του στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, την αποδοχή ενός συμφωνημένου σχεδίου για τη διαχείριση της «επόμενης μέρας» μετά το τέλος του πολέμου στη Γάζα. Το τελεσίγραφό του έληγε στις 8 Ιουνίου.
“Μετά τις 7 Οκτωβρίου, εγώ και οι συνάδελφοί μου, όπως και εκατοντάδες χιλιάδες Ισραηλινοί, κινητοποιηθήκαμε και ενταχθήκαμε στον συνασπισμό, παρόλο που γνωρίζαμε ότι ήταν μια κακή κυβέρνηση”, είπε ο Γκαντζ, ο οποίος ήταν ένα από τα τρία μέλη με δικαίωμα ψήφου στο πολεμικό υπουργικό συμβούλιο του Νετανιάχου.
Το κεντρώο κόμμα Εθνικής Ενότητας εντάχθηκε στην έκτακτη κυβέρνηση λίγες ημέρες μετά την 7 Οκτωβρίου, όταν Παλαιστίνιοι υπό ηγεσία της Χαμάς εισέβαλαν στο νότιο Ισραήλ, σκοτώνοντας περίπου 1.200 ανθρώπους – κυρίως πολίτες – παίρνοντας 251 ομήρους στη Λωρίδα της Γάζας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πολεμική σύγκρουση με το Ισραήλ που μαίνεται από τότε με αμείωτη ένταση κοστίζοντας έως τώρα τη ζωή 35.000 Παλαιστινίων κάθε ηλικίας και φύλου από τα ισραηλινά πυρά.
“Το κάναμε γιατί ξέραμε ότι ήταν μια κακή κυβέρνηση. Ο λαός του Ισραήλ, οι στρατιώτες, οι διοικητές, οι οικογένειες των δολοφονημένων, τα θύματα και οι όμηροι χρειάζονταν ενότητα και υποστήριξη όπως χρειάζονται τον αέρα για να αναπνεύσουν,” εξήγησε ο Γκαντζ.
Ωστόσο, ο Νετανιάχου “κρύβει την πραγματικότητα όπου οι στρατηγικές αποφάσεις συναντούν τον δισταγμό και την αναβλητικότητα του λόγω των στενόμυαλων πολιτικών θέσεων του,” ισχυρίστηκε, υπονοώντας ότι ο πρωθυπουργός δίνει προτεραιότητα στην ικανοποίηση των ακροδεξιών εταίρων του συνασπισμού του. Η αποχώρηση από τον συνασπισμό ήταν “μια περίπλοκη και οδυνηρή απόφαση,” είπε ο Γκαντζ, αλλά μια απόφαση που πήρε “για το καλό του κράτους του Ισραήλ.”
Καθώς ο Γκαντζ μιλούσε, ο Νετανιάχου κάλεσε τον πρώην εταίρο του στον συνασπισμό να το ξανασκεφτεί. “Το Ισραήλ βρίσκεται σε έναν υπαρξιακό πόλεμο σε πολλαπλά μέτωπα,” έγραψε ο Νετανιάχου στο X. “Μπένι, αυτή δεν είναι η στιγμή να εγκαταλείψεις την εκστρατεία- είναι η στιγμή να ενώσουμε τις δυνάμεις μας.”
Υποσχόμενος να συνεχίσει μέχρι τη νίκη και την επίτευξη όλων των πολεμικών στόχων, “κυρίως την απελευθέρωση των ομήρων και την εξάλειψη της Χαμάς,” ο Νετανιάχου δήλωσε ότι η “πόρτα του θα παραμείνει ανοιχτή σε οποιοδήποτε σιωνιστικό κόμμα πρόθυμο να επωμιστεί το βάρος και να βοηθήσει στην επίτευξη της νίκης επί των εχθρών μας και να εξασφαλίσει την ασφάλεια των πολιτών μας.”
Το κάλεσμα του Νετανιάχου δεν είχε επιτυχία, με τον Γκαντζ και τους άλλους υπουργούς της Εθνικής Ενότητας, Γκάντι Άιζενκοτ και Χίλι Τρόπερ, να υποβάλλουν και αυτοί τις επιστολές παραίτησής τους μετά την ανακοίνωση. Στην επιστολή παραίτησής του, ο Άιζενκοτ μάλιστα είχε γράψει μόνο σκληρά λόγια για τον τρόπο που το πολεμικό υπουργικό συμβούλιο διαχειρίστηκε τον πόλεμο.
“Παρά τις προσπάθειες πολλών, παράλληλα με αυτές του συναδέλφου μου, το υπουργικό συμβούλιο που ηγηθήκατε εμποδίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα από το να πάρει κρίσιμες αποφάσεις, οι οποίες ήταν απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων του πολέμου και τη βελτίωση της στρατηγικής θέσης του Ισραήλ,” έγραψε ο Άιζενκοτ, ο οποίος, όπως και ο Γκαντζ, είναι πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων (IDF).
Η έξοδός τους από τον συνασπισμό ήρθε μια μέρα μετά την λήξη του τελεσιγράφου-προθεσμίας για την αποχώρηση από την κυβέρνηση, την οποία είχε ορίσει ο Γκαντζ τον περασμένο μήνα.
Στα μέσα Μαΐου, ο Γκαντζ είχε βγει στην τηλεόραση για να δώσει τελεσίγραφο στον Νετανιάχου, απειλώντας να αποχωρήσει από τον συνασπισμό εκτός αν ο πρωθυπουργός δεσμευόταν σε “ένα
Ο Γκαντζ δήλωσε επίσης ότι η πραγματική νίκη απαιτεί νέες εθνικές εκλογές μέχρι το φθινόπωρο, για να δημιουργηθεί “μια κυβέρνηση που θα κερδίσει την εμπιστοσύνη του λαού και θα μπορεί να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις για το Ισραήλ.”
Το κάλεσμα του Νετανιάχου δεν είχε επιτυχία, με τον Γκαντζ και τους άλλους υπουργούς της Εθνικής Ενότητας, Γκάντι Άιζενκοτ και Χίλι Τρόπερ, να υποβάλλουν και αυτοί τις επιστολές παραίτησής τους μετά την ανακοίνωση.
Ο Γκαντζ κάλεσε επίσης όλα τα άλλα μέλη της Κνεσέτ “που κατανοούν πού πηγαίνουμε” να τον ακολουθήσουν και “να υπακούσουν στη συνείδησή τους,” ιδίως τον υπουργό Άμυνας Γιοάβ Γκάλαντ του κόμματος Λικούντ του Νετανιάχου, ο οποίος είχε πολλαπλώς τεθεί στο πλευρό του Μπένι Γκαντζ στα περισσότερα θέματα και έχει μάλιστα κατά διαστήματα εκφραστεί δημόσια κατά της κυβερνητικής πολιτικής.
Η κυβέρνηση δεν πέφτει, αλλά…
Η έξοδος της Εθνικής Ενότητας δεν θα ανατρέψει την κυβέρνηση, η οποία εξακολουθεί να κατέχει 64 από τις 120 έδρες της Κνεσέτ χωρίς το κεντρώο κόμμα. Ο Γκαντζ είχε υποστεί πιέσεις να παραμείνει στην κυβέρνηση ως αντίβαρο στους ακροδεξιούς εταίρους του Νετανιάχου, τον υπουργό Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριτς και τον υπουργό Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβίρ, που αντιτίθενται σθεναρά στη λήξη των εχθροπραξιών στη Γάζα, ακόμη και ως μέρος μιας συμφωνίας για την απελευθέρωση των ομήρων.
Οι εντάσεις αυξήθηκαν σταθερά από τότε που ο Γκαντζ εντάχθηκε στην έκτακτη κυβέρνηση, με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις τους τελευταίους μήνες να δείχνουν ότι ο Γκαντζ προτιμάται από τον Νετανιάχου όταν ρωτήθηκαν ποιος είναι καταλληλότερος για πρωθυπουργός.
Οι δύο άνδρες έχουν συγκρουστεί σε ζητήματα που κυμαίνονται από την μεταπολεμική τάξη στη Γάζα έως τη στρατολόγηση των φοιτητών των υπερορθόδοξων σχολών (γιεσίβα).
Η Εθνική Ενότητα έχει προηγείται σε όλες τις δημοσκοπήσεις, εκτιμώντας αυτές ότι θα γινόταν το μεγαλύτερο κόμμα της Κνεσέτ εάν γίνονταν εκλογές το τρέχον χρονικό διάστημα, με τα υπόλοιπα κόμματα που συμμετέχουν στον συνασπισμό να χάνουν όλο και περισσότερη ισχύ στην ισραηλινή κοινωνία.
Η αποχώρηση του Γκαντζ χαιρετίστηκε από τον ηγέτη της Αντιπολίτευσης Γιαΐρ Λαπίντ, ο οποίος χαρακτήρισε την απόφαση “δικαιολογημένη και σημαντική.”
“Είναι καιρός να αντικαταστήσουμε αυτήν την ακραία και αποτυχημένη κυβέρνηση με μια κυβέρνηση που θα αποκαταστήσει την ασφάλεια για τον λαό του Ισραήλ, θα φέρει τους ομήρους πίσω, θα ανασυγκροτήσει την οικονομία και θα αποκαταστήσει τη διεθνή θέση του Ισραήλ,” είπε ο Λαπίντ.
Το ζήτημα των ομήρων
Ο Γκαντζ απολογήθηκε επίσης στις οικογένειες των 120 υπόλοιπων ομήρων για την αποτυχία να σώσουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα.”Κάναμε πολλά αλλά αποτύχαμε σε ότι αφορά τα αποτελέσματα,” είπε. “Δεν έχουμε καταφέρει ακόμα να επαναφέρουμε πολλούς από αυτούς στο σπίτι. Η ευθύνη είναι επίσης δική μου.”
Ο Γκαντζ προσέφερε επίσης πλήρη υποστήριξη στην πρόταση που εγκρίθηκε από το πολεμικό υπουργικό συμβούλιο με στόχο την απελευθέρωση των υπόλοιπων απαχθέντων, όπως παρουσιάστηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν και μεταφέρθηκε στη Χαμάς, απαιτώντας από τον Νετανιάχου “το απαραίτητο θάρρος να το υποστηρίξει και να κάνει τα πάντα για να το προωθήσει.”
Υποσχέθηκε δε, να υποστηρίξει οποιαδήποτε τέτοια κίνηση ακόμη και από την αντιπολίτευση.
Σε ερώτηση δημοσιογράφου αν η αποχώρησή του θα ενισχύσει σε μεγάλο βαθμό την επιρροή της ακροδεξιάς στον συνασπισμό, ο Γκαντζ δεν απάντησε ευθέως, αλλά είπε: “Φοβάμαι για το κράτος του Ισραήλ. Γνωρίζουμε ότι οι μάχες θα συνεχιστούν για πολύ καιρό… πολλά χρόνια. Επομένως, πρέπει να επιλέξουμε τις σωστές προτεραιότητες, τα σωστά μέτωπα, τις σωστές στρατιωτικές τακτικές και την πραγματική ενότητα.”



