Του Ζαφείρη Χατζηδήμου
Η ανακοίνωση του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ότι δεν θα συμμετάσχει στον επόμενο γύρο των συνομιλιών για την Ουκρανία, σηματοδότησε μια κρίσιμη καμπή στην ειρηνευτική διαδικασία. Παρά τις επίσημες δηλώσεις περί «προβλημάτων προγράμματος», η αποχώρησή του ήταν πολιτικό σήμα: η Ουάσιγκτον, απογοητευμένη από την πορεία των διαπραγματεύσεων, αποσύρει ενεργά την παρουσία της και μετατοπίζει πλέον το βάρος στήριξης του Κιέβου στην Ευρώπη.
Η Αμερική, με τη στάση της, «νίπτει τας χείρας» και διαμηνύει πως αν δεν υπάρξει πρόοδος στους όρους που η ίδια θέτει, τότε η Ουκρανία και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι θα κληθούν να συνεχίσουν μόνοι τους – σε όλα τα επίπεδα: διπλωματικό, στρατιωτικό, οικονομικό και λογιστικό.
Την ίδια ημέρα, το Κίεβο απέρριψε κατηγορηματικά την πρόταση ειρήνης της αμερικανικής διοίκησης, η οποία περιλάμβανε δύο βασικές απαιτήσεις: την αναγνώριση της ρωσικής κυριαρχίας στην Κριμαία και τον οριστικό αποκλεισμό της Ουκρανίας από το ΝΑΤΟ. Ο ουκρανός Πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε με απόλυτη σαφήνεια πως η Κριμαία αποτελεί αδιαπραγμάτευτο μέρος της ουκρανικής επικράτειας και πως οποιαδήποτε νομική αναγνώριση της προσάρτησης θα παραβίαζε κατάφωρα το σύνταγμα της χώρας του.Στο εσωτερικό της Ουκρανίας, μια τέτοια υποχώρηση θα συνιστούσε πολιτική αυτοκτονία. Ο Ζελένσκι, ήδη πιεσμένος από την κούραση του πολέμου και την απώλεια εδαφών, δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς το ηθικό πλεονέκτημα της αντίστασης, ούτε να διαχειριστεί την εικόνα μιας ηττοπαθούς υπογραφής σε μια συμφωνία που θα νομιμοποιεί την κατοχή.
Το αμερικανικό “Goodbye pals” !
Από την άλλη πλευρά, η Ουάσιγκτον δείχνει ότι χάνει την υπομονή της. Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε υποσχεθεί προεκλογικά ότι θα τερμάτιζε τον πόλεμο μέσα σε 24 ώρες – και τώρα – ενώ βρίσκεται ξανά στην προεδρία, προσπαθεί να διατηρήσει το αφήγημα του αποτελεσματικού διαπραγματευτή. Όμως η σκληρή πραγματικότητα ενός αδιέξοδου πολέμου τον φέρνει αντιμέτωπο με τα όρια της ρητορικής του. Το μήνυμα Ρούμπιο πως οι ΗΠΑ «δεν θα συνεχίσουν επ’ αόριστον» τη διαδικασία είναι ουσιαστικά ένα τελεσίγραφο: είτε θα αποδεχθείτε την αμερικανική πρόταση είτε μένετε μόνοι σας.
Η Ευρώπη καλείται τώρα να διαχειριστεί ένα γεωπολιτικό φορτίο για το οποίο ούτε είναι έτοιμη ούτε είχε ποτέ την πρόθεση να αναλάβει εξ ολοκλήρου. Ο Πρωθυπουργός της Βρετανίας Κιρ Στάρμερ προσπαθεί να σχηματίσει μια «συμμαχία προθύμων» για να καλύψει το κενό που αφήνει η αμερικανική απουσία. Βρετανοί, Γάλλοι και Γερμανοί αξιωματούχοι θα είναι παρόντες στις συνομιλίες του Λονδίνου, όμως χωρίς την καθοριστική πολιτική βαρύτητα των ΗΠΑ, δύσκολα μπορεί να προκύψει ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Ο ίδιος ο Ζελένσκι δεν θα παραστεί, καταδεικνύοντας την αποστασιοποίησή του από μια διαδικασία που πλέον μοιάζει περισσότερο με τελετουργία παρά με πραγματική διαπραγμάτευση.
Το παίγνιο της Μόσχας
Την ίδια στιγμή, η Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν κινείται με αυτοπεποίθηση. Η εκεχειρία της μίας ημέρας για το Ορθόδοξο Πάσχα παρουσιάστηκε ως δείγμα καλής θέλησης, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μια στοχευμένη χειρονομία προς τον Τραμπ και μέσο πίεσης προς το Κίεβο. Ο Πούτιν προσπαθεί να εμφανιστεί ανοιχτός στον διάλογο, μιλώντας για «διμερείς πλατφόρμες» και «νέο ορισμό των πολιτικών στόχων». Όμως κάθε τέτοια δήλωση συνοδεύεται από στρατιωτική εδραίωση των ρωσικών θέσεων. Η διπλωματική ευλυγισία του Κρεμλίνου – όπως θα έκανε κάθε μεγάλη δύναμη – αποσκοπεί στην επιβολή μιας ειρήνης με ρωσικούς όρους.
Η υποστήριξη μετράει…
Η σημασία της αποχώρησης των ΗΠΑ είναι τεράστια. Δεν πρόκειται μόνο για τη διπλωματική ηγεμονία, αλλά για τη στρατιωτική και οικονομική πραγματικότητα στο έδαφος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ο βασικός προμηθευτής προηγμένων όπλων, πυρομαχικών, δορυφορικών πληροφοριών, τεχνολογιών ISR και βαρέων συστημάτων. Ήταν επίσης αυτές που χρηματοδοτούσαν κρίσιμα σκέλη της ουκρανικής άμυνας: εφοδιαστική αλυσίδα, συντήρηση υποδομών, εκπαίδευση προσωπικού. Η Ευρώπη δεν μπορεί να καλύψει αυτό το κενό. Αν το Κίεβο χάσει την αμερικανική λογιστική και επιχειρησιακή στήριξη, τότε είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπορέσει να διατηρήσει τον ρυθμό και τη συνοχή της άμυνάς του απέναντι στη Ρωσία.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ λειτουργεί ως ένα είδος γεωπολιτικής εγκατάλειψης. Η Ουκρανία μένει με μια Ευρώπη διαιρεμένη, χωρίς κοινή στρατηγική και χωρίς επαρκείς πόρους.
Αν δεν υπάρξει ανατροπή στη στάση της Ουάσιγκτον ή μια σοβαρή πανευρωπαϊκή επανεκκίνηση της πολιτικής και στρατιωτικής υποστήριξης, τότε οδεύουμε είτε προς έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς, είτε – το χειρότερο – προς έναν εικονικό «συμβιβασμό» που αργά ή γρήγορα θα καταρρεύσει.
Και κανένα από τα δύο σενάρια δεν συνιστά νίκη ούτε για την Ουκρανία ούτε για τη Δύση. Αντιθέτως, αποκαλύπτουν με τον πιο ωμό τρόπο τις ρωγμές στη δυτική συνοχή και την κόπωση μιας διεθνούς τάξης που δείχνει να ξεχνά γιατί ξεκίνησε ο πόλεμος.



