Ο Ζαΐρ Μπολσονάρο βρίσκεται στη φυλακή, καταδικασμένος για την απόπειρα ανατροπής του αποτελέσματος των εκλογών του 2022. Τέσσερα χρόνια αργότερα, όμως, ο γιος του τερμάτισε πρώτος στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών. Ο Φλάβιο Μπολσονάρο συγκέντρωσε 47,03% έναντι 45,16% του προέδρου Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα και οι δυο τους θα αναμετρηθούν στον δεύτερο γύρο στις 25 Οκτωβρίου.
Το αποτέλεσμα προσφέρεται για μια εύκολη ανάγνωση περί ανόδου της βραζιλιάνικης Δεξιάς. Δείχνει όμως κάτι βαθύτερο. Ο μπολσοναρισμός όχι μόνο επέζησε από την καταδίκη και τη φυλάκιση του ιδρυτή του αλλά αρχίζει να λειτουργεί ως πολιτικός χώρος που δεν εξαρτάται πλέον από την παρουσία του ίδιου στην πρώτη γραμμή.
Την ίδια στιγμή, ο πολιτικός χώρος του Λούλα εξακολουθεί να κυριαρχεί σε σημαντικά τμήματα των λαϊκών στρωμάτων, αλλά δυσκολεύεται να διατηρήσει το εύρος της κοινωνικής συμμαχίας που τον επανέφερε στην εξουσία το 2022. Το παράδοξο είναι ότι η δεύτερη θέση του Λούλα δεν ήρθε έπειτα από οικονομική κατάρρευση. Η ανεργία έχει υποχωρήσει, τα πραγματικά εισοδήματα έχουν αυξηθεί και η εισοδηματική ανισότητα έχει μειωθεί. Κι όμως, ο Λούλα κατέγραψε το χαμηλότερο ποσοστό του σε πρώτο γύρο προεδρικών εκλογών από το 1998.
Περισσότερες δουλειές, περισσότερα χρέη
Ένα μέρος της εξήγησης βρίσκεται στην απόσταση ανάμεσα στους οικονομικούς δείκτες και στην καθημερινή εμπειρία. Η ανεργία είχε πέσει στο 5,3%, ενώ το μέσο εισόδημα από εργασία είχε φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ. Την ίδια στιγμή όμως, περισσότερες από οκτώ στις δέκα βραζιλιάνικες οικογένειες είχαν χρέη που έπρεπε να εξυπηρετήσουν και σχεδόν τρεις στις δέκα ληξιπρόθεσμες οφειλές.
Η βελτίωση της απασχόλησης δεν μεταφράστηκε επομένως αυτομάτως σε οικονομική ασφάλεια. Τα υψηλά επιτόκια, το κόστος ζωής και το ιδιωτικό χρέος απορρόφησαν μέρος της αύξησης των εισοδημάτων. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για το Εργατικό Κόμμα (PT). Η κοινωνική συμμαχία που οικοδόμησε ο Λούλα στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην υπόσχεση ότι η εργασία και η αύξηση του εισοδήματος μπορούν να οδηγήσουν σε ορατή βελτίωση της ζωής. Το 2026 η σχέση αυτή είναι λιγότερο ευθύγραμμη. Μπορεί κάποιος να έχει δουλειά και μεγαλύτερο μισθό και παρ’ όλα αυτά να φτάνει στο τέλος του μήνα με περισσότερα χρέη.
Ο Λούλα εξακολουθούσε λίγο πριν από τις κάλπες να προηγείται καθαρά μεταξύ των ψηφοφόρων με οικογενειακό εισόδημα έως δύο κατώτατους μισθούς. Η υπεροχή του όμως είχε περιοριστεί σε σχέση με το 2022. Οι φτωχότεροι δεν εγκατέλειψαν μαζικά τον Λούλα. Αρκούσε όμως η υποχώρηση της στήριξής του σε τμήματα της παλαιότερης κοινωνικής του βάσης για να μεταβληθεί η εθνική ισορροπία.
Η ανασφάλεια απέκτησε περισσότερα πρόσωπα
Η οικονομία δεν ήταν η μοναδική πηγή δυσαρέσκειας. Η δημόσια ασφάλεια και η εγκληματικότητα βρέθηκαν επίσης ψηλά στις ανησυχίες των Βραζιλιάνων.
Εδώ ο μπολσοναρισμός κινήθηκε σε γνώριμο έδαφος. Πρόβαλε τη σκληρότερη αστυνόμευση ως απάντηση στην εγκληματικότητα, συνέδεσε την οικονομική δυσφορία με την κριτική στην κυβέρνηση και επανέφερε τον αντι-PT λόγο μέσα σε ένα ευρύτερο συντηρητικό μήνυμα περί τάξης.
Καθοριστικό τμήμα αυτής της κοινωνικής βάσης παραμένουν οι ευαγγελικές εκκλησίες. Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις ο Φλάβιο είχε μεγάλη υπεροχή μεταξύ των ευαγγελικών ψηφοφόρων, ενώ τα τελικά αποτελέσματα έδειξαν ότι ενισχύθηκε ιδιαίτερα στους δήμους με μεγάλη συγκέντρωση ευαγγελικών.
Οι εκκλησίες λειτουργούν ταυτόχρονα ως χώροι κοινωνικής ζωής, δίκτυα αλληλεγγύης και κανάλια επικοινωνίας. Η βραζιλιάνικη Δεξιά διαθέτει έτσι κοινωνικές δομές που λειτουργούν και ανάμεσα στις εκλογικές αναμετρήσεις.
Ο Φλάβιο Μπολσονάρο και η πολιτική κληρονομιά
Ο Φλάβιο Μπολσονάρο κληρονόμησε το όνομα, τον βασικό εκλογικό μηχανισμό και μεγάλο μέρος της πολιτικής ατζέντας του πατέρα του. Διατήρησε τις αναφορές στις χριστιανικές αξίες, τη σκληρή γραμμή στην ασφάλεια, την οικονομικά φιλελεύθερη ατζέντα και τη στενή πολιτική σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ. Έδωσε όμως μεγαλύτερο βάρος στον αντι-PT λόγο και στα προβλήματα της καθημερινότητας.
Το αποτέλεσμα δείχνει σημαντική γεωγραφική διεύρυνση της εκλογικής βάσης που κληρονόμησε. Ο Φλάβιο επικράτησε σε 714 δήμους που είχαν ψηφίσει τον Λούλα το 2022, ενώ ο Λούλα δεν ανέτρεψε υπέρ του κανέναν δήμο που είχε τότε δώσει πλειοψηφία στον Ζαΐχ Μπολσονάρο.
Ιδιαίτερη σημασία είχε το Μίνας Ζεράις, πολιτεία στην οποία ο Λούλα είχε επικρατήσει οριακά το 2022. Ο Φλάβιο κέρδισε επίσης έδαφος σε τμήματα της Αμαζονίας και στα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ ο Λούλα διατήρησε το βασικό του προπύργιο στη βορειοανατολική Βραζιλία.
Η αμερικανική παρέμβαση και τα όριά της
Η αναμέτρηση διεξήχθη έπειτα από μια περίοδο έντονης αμερικανικής πίεσης προς τη Βραζιλία αλλά και ολόκληρη τη Νότια Αμερική. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ χρησιμοποίησε δασμούς και κυρώσεις την περίοδο που η οικογένεια Μπολσονάρο επιχειρούσε να εξασφαλίσει αμερικανική στήριξη για τον Ζαΐχ Μπολσονάρο.
Η τακτική είχε αρχικά πολιτικό κόστος για τους συμμάχους του. Ο Λούλα παρουσίασε τη σύγκρουση ως ζήτημα εθνικής κυριαρχίας, ενώ ο Φλάβιο έφτασε να ζητήσει από την Ουάσιγκτον να αναβάλει νέους δασμούς μέχρι μετά τις εκλογές, υποστηρίζοντας ότι διαφορετικά θα ενίσχυαν πολιτικά τον αντίπαλό του.
Στην ίδια την προεκλογική περίοδο, ωστόσο, ο Τραμπ απέφυγε την άμεση δημόσια ανάμειξη και δεν προχώρησε σε επίσημη στήριξη του Φλάβιο. Η σύγκρουση με τις ΗΠΑ έχασε έτσι μέρος της κεντρικής θέσης που είχε αποκτήσει νωρίτερα στην πολιτική συζήτηση.
Το 47% του Φλάβιο δείχνει πάντως κάτι σημαντικότερο. Ο μπολσοναρισμός δεν μπορεί να εξηγηθεί ως βραζιλιάνικη προέκταση του τραμπισμού. Η σχέση με τον Τραμπ παραμένει πολιτικά σημαντική, αλλά ο μπολσοναρισμός διαθέτει εγχώρια κοινωνική βάση, με δικές της ανασφάλειες, πολιτισμικές αναφορές, θρησκευτικά δίκτυα και πλέον βαθιά θεσμική εκπροσώπηση.
Από το κίνημα στον θεσμό
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο αποτέλεσμα της 4ης Οκτωβρίου. Το Φιλελεύθερο Κόμμα (PL) του Φλάβιο Μπολσονάρο αύξησε την εκπροσώπησή του στη Γερουσία από 15 σε 28 έδρες και αναδεικνύεται στη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική ομάδα. Στην Κάτω Βουλή ανεβαίνει από 98 σε περίπου 121 βουλευτές, επίσης περισσότερους από κάθε άλλο κόμμα.
Η αλλαγή σε σχέση με το 2018 είναι μεγάλη. Τότε ο μπολσοναρισμός έμοιαζε σε μεγάλο βαθμό με πολιτική εξέγερση οργανωμένη γύρω από ένα πρόσωπο. Οκτώ χρόνια αργότερα διαθέτει κόμμα, γερουσιαστές, βουλευτές, κυβερνήτες, δημάρχους και θρησκευτικά δίκτυα. Η φυλάκιση του πρώην προέδρου δεν διέλυσε αυτή τη δομή. Αντίθετα, οι εκλογές αποκάλυψαν πόσο έχει ήδη επεκταθεί πέρα από το πρόσωπό του.
Κάτι ανάλογο, αν και σε διαφορετικό στάδιο, αρχίζει να διακρίνεται και στις ΗΠΑ. Ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να κυριαρχεί στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, αλλά ο τραμπισμός έχει πάψει προ πολλού να περιορίζεται στον ίδιο. Το MAGA έχει αποκτήσει στελέχη, οργανώσεις, δεξαμενές σκέψης, μέσα ενημέρωσης και μια νέα γενιά πολιτικών που διεκδικούν ήδη τη διαδοχή του. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.
Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά. Στις ΗΠΑ δεν γνωρίζουμε ακόμη εάν η κοινωνική και εκλογική συμμαχία που δημιούργησε ο Τραμπ μπορεί να μεταβιβαστεί σε κάποιον διάδοχο. Στη Βραζιλία έχουμε ήδη το πρώτο μεγάλο τεστ: ο ιδρυτής του κινήματος βρισκόταν εκτός εκλογικής αναμέτρησης και ο γιος του συγκέντρωσε 47% των ψήφων.
Η σύγκριση δείχνει μια ευρύτερη μεταβολή στη σύγχρονη Δεξιά. Πολιτικά ρεύματα που αρχικά οικοδομήθηκαν γύρω από χαρισματικούς ηγέτες επιχειρούν να αποκτήσουν διάρκεια πέρα από αυτούς. Η επιτυχία αυτής της μετάβασης δεν είναι δεδομένη, αλλά στη Βραζιλία έχει ήδη προχωρήσει περισσότερο από ό,τι στις ΗΠΑ.
Το πρόβλημα της διαδοχής στην Αριστερά

Το PT αντιμετωπίζει ένα διαφορετικό πρόβλημα. Ο Λούλα είναι 80 ετών και παραμένει το κυρίαρχο πρόσωπο του κόμματος. Για τους μεγαλύτερους Βραζιλιάνους συμβολίζει ακόμη τις κοινωνικές μεταβολές των πρώτων κυβερνήσεών του. Για έναν σημερινό εικοσάχρονο βρίσκεται στο κέντρο της πολιτικής ζωής της χώρας από πολύ πριν εκείνος αποκτήσει δικαίωμα ψήφου.
Ο Λούλα εξακολουθεί να έχει σημαντική στήριξη στους νέους –στην τελευταία Datafolha προηγούνταν στους 16 έως 24 ετών– αλλά χαμηλότερη από εκείνη που είχε καταγράψει στην ίδια ηλικιακή ομάδα πριν από τις εκλογές του 2022.
Και εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα ασυμμετρία. Η βραζιλιάνικη Δεξιά προσπαθεί ήδη να μετατρέψει μια προσωποπαγή πολιτική εξέγερση σε μόνιμη πολιτική παράταξη. Το PT, ένα κόμμα με πολύ παλαιότερες και βαθύτερες οργανωτικές ρίζες, εξακολουθεί να εξαρτάται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό από τον άνθρωπο που το οδήγησε για πρώτη φορά στην προεδρία πριν από σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα.
Ο μπολσοναρισμός δείχνει ότι μπορεί να αναπαραχθεί χωρίς τον ιδρυτή του. Το πολιτικό οικοδόμημα του Λούλα δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι μπορεί να κάνει το ίδιο. Ο δεύτερος γύρος της 25ης Οκτωβρίου παραμένει ανοιχτή αναμέτρηση. Η διαφορά των δύο υποψηφίων στον πρώτο ήταν μόλις 1,87 ποσοστιαίες μονάδες και οι δύο πλευρές στρέφονται τώρα στους ψηφοφόρους που δεν επέλεξαν κανέναν από τους δύο, αλλά και στην ασυνήθιστα υψηλή αποχή.
Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, όμως, ο πρώτος γύρος έχει ήδη καταγράψει μια μεταβολή που δεν εξαρτάται από το ποιος θα μπει τελικά στο προεδρικό μέγαρο. Η μείωση της ανεργίας και της ανισότητας δεν ήταν αρκετή για να διατηρήσει αμετάβλητη την κοινωνική συμμαχία του Λούλα. Από την άλλη πλευρά, ένα πολιτικό ρεύμα που πριν από οκτώ χρόνια ταυτιζόταν σχεδόν ολοκληρωτικά με έναν άνθρωπο διαθέτει πλέον δικό του κόμμα, κοινοβουλευτική δύναμη, κοινωνικά δίκτυα και έναν διάδοχο που έφτασε στον δεύτερο γύρο.



